Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρτωση...

Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2014

ΚΥΡΙΑΚΗ - ΣΥΝΤΟΜΟΝ ΚΗΡΥΓΜΑ


906 (2)

ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ


42_2014

Απολυτίκιο Προφήτου Ιωήλ - 19 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

† Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2014 (Γ΄ Λουκά)




Ευαγγελική Περικοπή,

Ἐκ τοῦ κατά Λουκᾶν
Κεφ. ζ΄: 11-16

Τ
ῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐπορεύετο ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς πόλιν καλουμένην Ναΐν· καὶ συνεπορεύοντο αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἱκανοὶ, καὶ ὄχλος πολύς. Ὡς δὲ ἤγγισε τῇ πύλῃ τῆς πόλεως, καὶ ἰδοὺ ἐξεκομίζετο τεθνηκὼς υἱὸς μονογενὴς τῇ μητρὶ αὐτοῦ· καὶ αὕτη ἦν χήρα· καὶ ὄχλος τῆς πόλεως ἱκανὸς ἦν σὺν αὐτῇ. Καὶ ἰδὼν αὐτὴν ὁ Κύριος, ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾿ αὐτῇ, καὶ εἶπεν αὐτῇ· Μὴ κλαῖε. Καὶ προσελθὼν ἥψατο τῆς σοροῦ, οἱ δὲ βαστάζοντες ἔστησαν, καὶ εἶπε· Νεανίσκε, σοί λέγω, ἐγέρθητι. Καὶ ἀνεκάθισεν ὁ νεκρὸς καὶ ἤρξατο λαλεῖν, καὶ ἔδωκεν αὐτὸν τῇ μητρὶ αὐτοῦ. Ἔλαβε δὲ φόβος ἅπαντας, καὶ ἐδόξαζον τὸν Θεόν, λέγοντες· Ὅτι Προφήτης μέγας ἐγήγερται ἐν ἡμῖν· καὶ ὅτι ἐπεσκέψατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ.



Απόστολος,

Πρὸς Κορινθίους Β΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀναγνωσμα.
Κεφ. ια΄: 31 - ιβ΄: 9

δελφοί, ὁ Θεὸς καὶ πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ οἶδεν, ὁ ὢν εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰῶνας, ὅτι οὐ ψεύδομαι. Ἐν Δαμασκῷ ὁ ἐθνάρχης ᾿Αρέτα τοῦ βασιλέως ἐφρούρει τὴν Δαμασκηνῶν πόλιν πιάσαι με θέλων, καὶ διὰ θυρίδος ἐν σαργάνῃ ἐχαλάσθην διὰ τοῦ τείχους καὶ ἐξέφυγον τὰς χεῖρας αὐτοῦ. Καυχᾶσθαι δὴ οὐ συμφέρει μοι· ἐλεύσομαι γὰρ εἰς ὀπτασίας καὶ ἀποκαλύψεις Κυρίου. Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ πρὸ ἐτῶν δεκατεσσάρων· εἴτε ἐν σώματι οὐκ οἶδα, εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος οὐκ οἶδα, ὁ Θεὸς οἶδεν· ἁρπαγέντα τὸν τοιοῦτον ἕως τρίτου οὐρανοῦ. Καὶ οἶδα τὸν τοιοῦτον ἄνθρωπον· εἴτε ἐν σώματι εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος οὐκ οἶδα, ὁ Θεὸς οἶδεν· ὅτι ἡρπάγη εἰς τὸν παράδεισον καὶ ἤκουσεν ἄρρητα ρήματα, ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι. Ὑπὲρ τοῦ τοιούτου καυχήσομαι, ὑπὲρ δὲ ἐμαυτοῦ οὐ καυχήσομαι εἰ μὴ ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου. Ἐὰν γὰρ θελήσω καυχήσασθαι, οὐκ ἔσομαι ἄφρων· ἀλήθειαν γὰρ ἐρῶ· φείδομαι δὲ μή τις εἰς ἐμὲ λογίσηται ὑπὲρ ὃ βλέπει με ἢ ἀκούει τι ἐξ ἐμοῦ. Καὶ τῇ ὑπερβολῇ τῶν ἀποκαλύψεων ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι, ἐδόθη μοι σκόλοψ τῇ σαρκί, ἄγγελος σατᾶν, ἵνα με κολαφίζῃ ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι. Ὑπὲρ τούτου τρὶς τὸν Κύριον παρεκάλεσα ἵνα ἀποστῇ ἀπ᾿ ἐμοῦ· καὶ εἴρηκέ μοι· Ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου· ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται. Ἥδιστα οὖν μᾶλλον καυχήσομαι ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου, ἵνα ἐπισκηνώσῃ ἐπ᾿ ἐμὲ ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ.



Εἰς τόν Ὄρθρον
Τὸ Η΄ Ἑωθινόν Εὐαγγέλιον

Ἐκ τοῦ κατά Ἰωάννην
Κεφ. κ΄: 11-18

Τ
ῷ καιρῷ ἐκείνῳ, Μαρία εἱστήκει πρὸς τὸ μνημεῖον κλαίουσα ἔξω· ὡς οὖν ἔκλαιε, παρέκυψεν εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ θεωρεῖ δύο Ἀγγέλους ἐν λευκοῖς καθεζομένους, ἕνα πρὸς τῇ κεφαλῇ, καὶ ἕνα πρὸς τοῖς ποσίν, ὅπου ἔκειτο τὸ Σῶμα τοῦ ᾿Ιησοῦ. Καὶ λέγουσιν αὐτῇ ἐκεῖνοι· Γύναι, τί κλαίεις; Λέγει αὐτοῖς· Ὅτι ἦραν τὸν Κύριόν μου, καὶ οὐκ οἶδα ποῦ ἔθηκαν αὐτόν. Καὶ ταῦτα εἰποῦσα, ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω, καὶ θεωρεῖ τὸν ᾿Ιησοῦν ἑστῶτα· καὶ οὐκ ᾔδει ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς ἐστι. Λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· Γύναι, τί κλαίεις; τίνα ζητεῖς; Ἐκείνη, δοκοῦσα ὅτι ὁ κηπουρός ἐστι, λέγει αὐτῷ· Κύριε, εἰ σὺ ἐβάστασας αὐτόν, εἰπέ μοι ποῦ ἔθηκας αὐτόν, κἀγὼ αὐτὸν ἀρῶ. Λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· Μαρία. Στραφεῖσα ἐκείνη λέγει αὐτῷ· Ῥαββουνί, ὃ λέγεται, Διδάσκαλε. Λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· Μή μου ἅπτου· οὔπω γὰρ ἀναβέβηκα πρὸς τὸν Πατέρα μου· πορεύου δὲ πρὸς τοὺς Ἀδελφούς μου καὶ εἰπὲ αὐτοῖς· Ἀναβαίνω πρὸς τὸν Πατέρα μου καὶ Πατέρα ὑμῶν, καὶ Θεόν μου καὶ Θεὸν ὑμῶν. Ἔρχεται Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ, ἀπαγγέλλουσα τοῖς Μαθηταῖς, ὅτι ἑώρακε τὸν Κύριον, καὶ ταῦτα εἶπεν αὐτῇ.

Κυριακή ΙΘ΄(Γ' Λουκά): «... μεταφέρθηκε με μιας στον παράδεισο ...»




Έως «τρίτου ουρανού», αγαπητοί μου αδελφοί, μας ανέβασε σήμερα, μέσα από το Αποστολικό Ανάγνωσμα που ακούσαμε, η αγία μας Εκκλησία. Ήταν παρμένο από τη δεύτερη επιστολή του Αποστόλου Παύλου στους χριστιανούς της Κορίνθου και αποτελεί ένα από τα συγκλονιστικότερα σημεία της επιστολής του. 

Πριν πούμε όμως άλλα πάνω σ’ αυτό, ας ακούσουμε στη δική μας απλή γλώσσα ξανά το περιεχόμενό του:
Γράφει λοιπόν ο Απόστολος Παύλος τα εξής: «Αδελφοί μου, ο Θεός και Πατέρας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού -ας είναι ευλογημένο το όνομά Του στους αιώνες- ξέρει ότι δεν λέω ψέματα. Στη Δαμασκό, ο διοικητής-εκπρόσωπος του βασιλιά Αρέτα έβαλε φρουρούς σε όλη την πόλη για να με συλλάβει. Μέσα όμως από ένα άνοιγμα του τείχους με κατέβασαν με καλάθι και ξέφυγα από τα χέρια του. Δεν με συμφέρει βέβαια να καυχηθώ· θα το κάνω όμως, γιατί πρόκειται για οράματα κι αποκαλύψεις που μου χάρισε ο Κύριος. Ξέρω έναν άνθρωπο πιστό, ο οποίος πριν από δεκατέσσερα χρόνια ανυψώθηκε μέχρι και τον τρίτο ουρανό -δεν ξέρω αν ήταν με το σώμα του ή χωρίς το σώμα, αυτό ο Θεός το ξέρει. Ξέρω ότι αυτός ο άνθρωπος -ή ήταν με το σώμα ή χωρίς το σώμα δεν το ξέρω, ο Θεός το ξέρει- μεταφέρθηκε με μιας στον παράδεισο κι άκουσε λόγια που δεν μπορεί ούτε επιτρέπεται να τα πει άνθρωπος. Γι’ αυτόν τον άνθρωπο αν καυχηθώ δεν θα φανώ ανόητος, γιατί θα πω την αλήθεια. Το αποφεύγω όμως, μήπως εξαιτίας του μεγαλείου των αποκαλύψεων, με θεωρήσει κανείς παραπάνω απ’ αυτό που βλέπει ή ακούει από μένα. Για να μην υπερηφανεύομαι όμως, ο Θεός μου έδωσε ένα αγκάθι στο σώμα μου, έναν υπηρέτη του σατανά να με ταλαιπωρεί, ώστε να μην υπερηφανεύομαι. Γι’ αυτό το αγκάθι, τρείς φορές παρακάλεσα τον Κύριο να το διώξει από πάνω μου. Η απάντησή Του ήταν: «Σου αρκεί η χάρη μου, γιατί η δύναμή μου φανερώνεται στην πληρότητά της μέσα σ’ αυτή την αδυναμία σου». Με περισσότερη ευχαρίστηση, λοιπόν, θα καυχηθώ για τις ταλαιπωρίες μου, για να κατοικήσει μέσα μου ή δύναμη του Χριστού»(Β΄ Κορινθίους, κεφ. 11, στίχ. 31-33 & κεφ. 12, στίχ. 1-9).
Αιτία για τη συγγραφή της δεύτερης επιστολής του Παύλου στους Κορίνθιους, αποτέλεσαν οι συκοφαντίες που έσπειραν μεταξύ των χριστια-νών της πόλης, Ιουδαίοι από την Παλαιστίνη, άνθρωποι με κακία και ζήλεια για τον Απόστολο. Τον κατηγόρησαν ως κακόβουλο γυρολόγο, που παραπλανούσε τους αφελείς με τις «νεωτερίστικες» διδασκαλίες του· και δυστυχώς κάποιοι τους πίστεψαν. Για μια ακόμη φορά, ο Παύλος, αναγκάστηκε να υπερασπιστεί την αποστολική του ιδιότητα, αυτήν που είχε λάβει με θαυμαστό τρόπο από τον ίδιο τον Κύριο.
Έτσι, αφού αναφέρθηκε όπως ακούσαμε, σε λίγα από όσα έπαθε για την αγάπη του Χριστού, προχώρησε στην αποκάλυψη ενός «μυστικού» που τό ‘χε καλά κρυμμένο μέσα στην ταπεινή ψυχή του: την αρπαγή του στον Παράδεισο. Είχε συμβεί δεκατέσσερα χρόνια πριν, μα πρώτη φορά το αποκάλυπτε ο κορυφαίος Απόστολος, όχι για να καυχηθεί αλλά για να ωφελήσει τις σκανδαλισμένες ψυχές. Πράγματι, ο Θεός ανύψωσε τον ακούραστο εργάτη του Ευαγγελίου πέρα από τον υλικό ουρανό. Βρέθηκε με μιας στον Παράδεισο κι εκεί αξιώθηκε να δει και να ακούσει πράγματα εξαίσια!
Αδυνατεί ο ίδιος να περιγράψει τη δόξα της Βασιλείας του Θεού! Με παιδική απλότητα μόνο μας λέει: «...μεταφέρθηκε με μιας στον παράδεισο κι άκουσε λόγια που δεν μπορεί ούτε επιτρέπεται να τα πει άνθρωπος». Αυτήν την εμπειρία είχε σίγουρα στο νου του, όταν στην προηγούμενη επιστολή του στους ίδιους, είχε πάλι αποκαλύψει: «Μάτι ανθρώπου δεν είδε, αυτί ανθρώπου δεν άκουσε και στην καρδιά του ανθρώπου δεν γεννήθηκε ποτέ τέτοια επιθυμία, σαν αυτά που έχει ετοιμάσει ο Θεός στη Βασιλεία Του γι’ αυτούς που τον αγαπούν» (Α΄ Κορ. 2,9). Μ’ αυτή του την τελευταία φράση «...γι’ αυτούς που Τον αγαπούν», μας αποκάλυψε και το «κλειδί»  της «πύλης» της ουράνιας Βασιλείας του Θεού.
Η αγάπη στον Θεό Πατέρα μας, είναι αυτή που θα μας καταστήσει κληρονόμους της Βασιλείας Του. Αγάπη όμως ολοκληρωτική, όπως την περιέγραψε ο ίδιος ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός στο Ευαγγέλιό Του όταν ρωτήθηκε για το ποιά είναι η σπουδαιότερη εντολή: «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ’ όλης της καρδίας σου και εξ’ όλης της ψυχής σου και εξ’ όλης της διανοίας σου και εξ’ όλης της ισχύος σου. Αύτη πρώτη εντολή». Και να συμπληρώσει αμέσως μετά κάτι που δεν πρέπει να ξεχνούμε: «και δευτέρα ομοία, αύτη· αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (Μαρκ. 12,30).
Ας αγαπήσουμε λοιπόν τον Θεό Πατέρα μας, ας αγαπήσουμε τον συν-άνθρωπό μας, για να αξιωθούμε κι εμείς όλων εκείνων των εξαίσιων, που η αγάπη του Θεού έχει ετοιμάσει στη Βασιλεία Του για όλους μας. Αμήν.  

Ούτε υπάρχει, ούτε δεν υπάρχει. Είναι!

18 Οκτωβρίου 2014

Τελικά, φαίνεται πως συχνά η αναζήτηση του Θεού μοιάζει με μια μάταιη προσπάθεια να μπούμε στον χώρο Του από τον τοίχο και όχι από την πόρτα. Και επειδή δεν τα καταφέρνουμε, Τον αρνούμαστε. Αυτό προσπαθούν να κάνουν αυτά τα παιδιά.
Baby stars are forming near the eastern rim of the cosmic cloud Perseus, revealed in this infrared image from NASA's Spitzer Space Telescope.
Ο Θεός όμως δεν προσεγγίζεται από όπου και όπως υπεροπτικά θέλουμε. Ο χώρος του μυστηρίου Του έχει τις διόδους του από τις οποίες πρέπει διακριτικά και ταπεινά να μπεις. Είναι στενές οι προσβάσεις του. Και οι πόρτες του δεν ανοίγουν με χερούλι ούτε πολύ περισ­σότερο με λοστό. Ούτε με πείσμα ούτε με βία. Συνήθως ανοίγουν από μόνες τους, με… φωτοκύτταρο. Δεν είναι ανθρώπινο κατόρθωμα η συνάντηση του Θεού. Είναι επίσκεψή Του. Απλά, για να μπει και Αυτός, δεν πρέπει να έχει κανείς τις δικές του πόρτες κλειδωμένες. Και όχι μόνον. Πρέπει εμείς να Του ανοίξουμε. Ο Θεός δεν υπάρχει για να Τον υποτάσσουμε, για να υπηρετεί τις εφήμερες μυωπικές βλέψεις μας. Υπάρχει για να μας ελευθερώσει από τη μιζέρια μας
Σαν αρκετά να είχε περάσει η ώρα φιλοσοφώντας. Θα μπορούσαμε να χαλαρώσουμε λιγάκι. Δοκίμασα να αλλάξω τη συζήτηση. Να μου πούνε κάτι από τα δικά τους ενδιαφέροντα, μια που πιθανόν να τούς είχε παρα­σύρει η ιδιότητά μου. Δεν ήθελα να τους κουράσω. Σε τελική ανάλυση μπορεί να ήθελαν λιγότερο μια τέτοια συζήτηση και περισσότερο μια κοινωνική γνωριμία.
Το μάτι μου πέφτει στο τατουάζ του Θάνου. Είναι αποτυπωμένο στο δεξί του μπράτσο, μισοκαλυμμένο από το μανίκι. Για μια στιγμή τέντωσε το χέρι του και φάνηκε καθαρά. Μια μικρή διακριτική ζυγαριά με διχρωμία μπλε και πράσινου, που γέρνει προς το μέρος μιας σαύρας, που με την κόκκινη γλωσσίτσα της ακουμπάει τον ένα από τους δύο δίσκους. Στον άλλο δίσκο ένας σταυρός. Η ζυγαριά πιθανόν να συμβολίζει το Δίκαιο, που ως φοιτητής της Νομικής σπουδάζει. Δεν καταλαβαίνω τον ρόλο της σαύρας που τελικά κάνει τη ζημιά. Είναι ολοζώντανη. Θαρρείς πως όπου να ‘ναι θα γλιστρήσει και θα αφήσει τη ζυγαριά στην ησυχία της. Και γιατί τελικά ο σταυρός είναι πιο ανάλαφρος; Δεν το καταλαβαίνω αυτό καλά. Ούτε και ριψοκινδυνεύω αυθαίρετες ερμηνείες.
Δεν κάνω κανένα σχόλιο. Απλά, παρατηρώ και σκέφτομαι παράλληλα με τη συζήτηση. Και διερωτώ­μαι πώς δεν βαρέθηκαν και κάθονται μαζί μου τόση ώρα. Πρέπει να είμαι πολύ παράξενος γι’ αυτούς τους ανθρώπους. Τί άραγε κοινό μπορεί να έχουμε μεταξύ μας; Αυτοί νέα παιδιά κάνουν γήινα όνειρα· εγώ τα έχω απορρίψει προ πολλού, έπαυσα να επενδύω σε αυτόν τον κόσμο. Ο Θεός δεν τους πολυενδιαφέρει· εγώ Του αφιέρωσα τα πάντα, είναι η μόνη και μεγάλη μου σταθερά. Δεν πιστεύω σε τίποτα άλλο. Χωρίς Αυτόν δεν έχω ερμηνεία γι’ αυτόν τον κόσμο. Χωρίς την ύπαρξή Του καταργείται κάθε λόγος δίκης μου ύπαρξης. Χω­ρίς πίστη στον Θεό πνίγομαι, βουλιάζω, καταρρέω, χά­νομαι. Η πίστη σ’ Αυτόν με μεθάει, με ανασταίνει, μου δίνει ζωή, αίσθηση αιωνιότητος, όραμα ετερότητος.
Αυτοί αυτά δεν τα καταλαβαίνουν, κάπως αλλού κοι­τάζουν. Εγώ είμαι καμιά τριανταριά και πλέον χρόνια μεγαλύτερος, άσπρος με γένια και ράσα, αξύριστος και ακούρευτος εδώ και χρόνια, για ακατανόητο σ’ αυτούς λόγο, κακός εκπρόσωπος μιας παρηκμασμένης γενιάς, μιλάω και λίγο καθαρευουσιάνικα, γράφω πολυτονικό. Σε λίγο θα αρχίσουν να μου επιτίθενται οι διάφορες αρρώστιες. Αυτοί φρέσκοι άνθρωποι, σύγχρονοι, ούτε σκέφτονται την ασθένεια και τον θάνατο.
Αλλά και στη νοοτροπία υπάρχει χάσμα. Αυτοί θεω­ρούν ότι είναι γεννημένοι ελεύθεροι και ότι η ελευθερία τους ταυτίζεται με την αυτεξουσιότητα. Αντίθετα, εγώ νομίζω ότι είμαι γεννημένος αυτεξούσιος με προορισμό να γίνω ελεύθερος, πιστεύω σε μια ελευθερία που πρέπει να παλέψεις για να την αποκτήσεις. Γι’ αυτό στη ζωή μου ήμουν λίγο ακραίος· έζησα με τη μειοψηφία, πήγα κόντρα στο ρεύμα, δεν έχω πάει ποτέ μου κινηματογράφο, ποτέ δεν είχα τηλεόραση, αρνήθηκα για χρόνια να έχω κινητό, στερήθηκα ένα σωρό πράγματα που σχεδόν όλοι κάνουν. Και αυτό γιατί δεν θέλησα να χωθώ μόνος μου κάτω από τον οδοστρωτήρα της ισοπεδωτικής νοοτροπίας, να μιμηθώ μηχανικά και ανόητα, να με λειώσει το σύστημα. Ούτε και το εκκλησιαστικό.
Αυτοί μού φαίνεται πως ενώ αντιδρούν στο κατεστημένο της περασμένης γενιάς, συμμαχούν στη δημιουργία ενός χειρότερου κατεστημένου που κατασκευάζει η δική τους γενιά. Επίσης, υποθέτω πως θα με θεωρούν συν­τηρητικό. Εμένα πάλι μου φαίνονται ανελεύθεροι. Μου κάνουν ερωτήσεις που τις κάνουν όλοι. Τους έμαθε το σύστημα να έχουν τέτοιους προβληματισμούς.
Όλα αυτά που έχω μέσα μου είμαι σίγουρος πως αυτοί δεν τα προσέχουν. Αλλά κι εγώ μάλλον δεν τους καταλαβαίνω. Ίσως αυτό να το αντιλαμβάνονται. Τελι­κά, είμαστε τόσο διαφορετικοί και δεν θέλει κανείς μας να αλλάξει! Ούτε εκείνοι ούτε εγώ. Αλήθεια, τί δουλειά έχουν κοντά μου; Πώς δεν κουράστηκαν ακόμη; Πώς με υπομένουν; Το σκέπτομαι και συγκινούμαι. Με συγκινεί η ταπείνωση της ανοχής τους στο πρόσωπό μου. Μπο­ρεί εγώ να είμαι πιο σωστός, ποιός ξέρει; Αυτοί όμως είναι πιο ταπεινοί. Εδώ μάλλον κρύβεται το μυστικό.
(Νικολάου, Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, Αν υπάρχει ζωή, θέλω να ζήσω, σ. 52-56)