Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2015

Πώς ενεργεί η Θεία χάρη και ποιοι σώζονται

ΘΥΜΑΣΑΙ, πιστεύω, ότι ο χριστιανός δεν είναι ένας κοινός άνθρωπος, αφού διαμορφώνεται τόσο από τη φύση όσο και από τη χάρη. Πρέπει να διευκρινίσω ,όμως, ότι από τους χριστιανούς δεν σώζονται όλοι. Σώζονται, μπαίνουν δηλαδή στην αιώνια βασιλεία του Θεού, μόνο εκείνοι στους οποίους ενοικεί η χάρη, διαποτίζοντάς τους ολοκληρωτικά, μεταμορφώνοντας θα έλεγα, σύνολη τη 
Πώς ενεργεί η Θεία χάρη και ποιοι σώζονται
ΘΥΜΑΣΑΙ, πιστεύω, ότι ο χριστιανός δεν είναι ένας κοινός άνθρωπος, αφού διαμορφώνεται τόσο από τη φύση όσο και από τη χάρη. Πρέπει να διευκρινίσω ,όμως, ότι από τους χριστιανούς δεν σώζονται όλοι. Σώζονται, μπαίνουν δηλαδή στην αιώνια βασιλεία του Θεού, μόνο εκείνοι στους οποίους ενοικεί η χάρη, διαποτίζοντάς τους ολοκληρωτικά, μεταμορφώνοντας θα έλεγα, σύνολη τη φύση τους.
Πρόσεξε τι λέει ο Κύριος! Λέει πως «η βασιλεία των ουρανών μοιάζει με προζύμι, που το πήρε μια γυναίκα και το ανακάτεψε μ’ ένα σακί αλεύρι, ώσπου ζυμώθηκε όλο» ( Ματθ. 13:33 ) . Το ζυμάρι δεν φουσκώνει αμέσως μόλις ανακατωθεί με το προζύμι. Φουσκώνει στην ώρα του , αφού πρώτα το προζύμι διεισδύσει και απλωθεί σιγά-σιγά μέσα του. Το ψωμί που γίνεται έτσι, είναι ανάλαφρο, ευωδιστό, νόστιμο. Το ίδιο συμβαίνει και με τη χάρη. Όταν ενώνεται με τη φύση μας, στο άγιο Βάπτισμα, δεν τη διαποτίζει αμέσως. Απλώνεται σιγά-σιγά. Κι όταν η χάρη απλωθεί παντού, όταν σύνολη η φύση μας χαριτωθεί, τότε, όλα όσα κάνουμε, παίρνουν έναν άλλο χαρακτήρα. Τότε οι ενέργειές μας, μολονότι φαινομενικά είναι οι ίδιες με άλλες όμοιες οποιουδήποτε ανθρώπου, αποκτούν ένα ιδιαίτερο άρωμα , μιαν ιδιαίτερη γεύση, έναν ιδιαίτερο ήχο. Ο Θεός δέχεται μόνο αυτές τις ενέργειες, που Του είναι εξαιρετικά ευάρεστες.
Θα κάνω άλλη μια παρομοίωση, για να εξηγήσω το πώς η χάρη, όταν της δίνονται περιθώρια να ενεργήσει, αφού διαποτίσει σύνολη τη φύση μας, γίνεται και εξωτερικά ορατή σε όλους όσοι είναι ικανοί να τη δουν. Η χάρη, λοιπόν, μοιάζει με τη φωτιά, που διεισδύει στο σίδερο. Δεν είναι μόνο μέσα στο σίδερο, μα και στο εξωτερικό του. Την πύρινη δύναμή της τη βλέπει ο καθένας. Έτσι συμβαίνει και με τη χάρη, όταν εισχωρήσει στη φύση μας. Γίνεται αντιληπτή απ’ όλους. Όλοι όσοι έρχονται σε επαφή μ’ έναν θεοχαρίτωτο άνθρωπο, αισθάνονται ότι αυτός έχει μιαν ασυνήθιστη δύναμη, που εκδηλώνεται ποικιλότροπα. Όταν αρχίζει να μιλάει για οτιδήποτε πνευματικό, λάμπει σαν τον μεσημεριάτικο ήλιο, και τα λόγια του πηγαίνουν κατευθείαν στην ψυχή του ακροατή, διαμορφώνοντας μέσα του με αυθεντία ανάλογα συναισθήματα και διαθέσεις. Μα κι όταν ακόμα δεν μιλάει, εκπέμπει μια θερμότητα, που επηρεάζει τα πάντα γύρω του, και μια παράξενη δύναμη, που επενεργεί στις ψυχές και τους εμπνέει προθυμία για πνευματικό αγώνα.
Παίρνουμε τη χάρη του Θεού στη νηπιακή μας ηλικία με το άγιο Βάπτισμα. Από την ώρα εκείνη η χάρη αρχίζει να ενεργεί μέσα μας, με την προοπτική και την ελπίδα ότι, μετά την ενηλικίωση και ωρίμανσή μας, θα αναλάβουμε αυτοθέλητα και πρόθυμα τον αγώνα για τη σωτηρία μας.
Όταν οι γονείς είναι ευσεβείς και ανατρέφουν τα παιδιά τους , όπως λέει ο απόστολος, «δίνοντάς τους αγωγή και συμβουλές που εμπνέονται από την πίστη στον Κύριο» ( Εφ. 6:4 ) , τότε η θεία χάρη γεννάει την ειρήνη στις παιδικές ψυχές . Έτσι τα παιδιά γίνονται ευγενικά, ταπεινά, υπάκουα, καλότροπα, θεοφοβούμενα. Παραδείγματα μπορεί να δει κανείς παντού . Θα έλεγα πως κι εσύ είσαι ένα τέτοιο παιδί , αν δεν φοβόμουνα ότι θα το έπαιρνες επάνω σου, μολονότι κανένα χάρισμά σου δεν οφείλεται σε δικές σου προσπάθειες. Υπάρχουν στην ψυχή σου πολλά καλά στοιχεία, αλλά τα έχεις πάρει από άλλους˙ είναι δώρα είτε του Θεού είτε των ανθρώπων, και συγκεκριμένα των γονιών σου, που σου τα κληροδότησαν ή σου τα έδωσαν με την ανατροφή. Μπροστά σου βρίσκεται τώρα ένα καθήκον: Ν’ αγαπήσεις όλα αυτά τα καλά στοιχεία, να τα κλείσεις στην καρδιά σου, κι έπειτα να τα αυξήσεις και να τα πολλαπλασιάσεις. Είναι αλήθεια ότι πατάς σε γερά θεμέλια και ότι βρίσκεσαι στον σωστό δρόμο. Τίποτα, όμως, απ’ όσα έχεις δεν είναι καρπός της ελεύθερης βουλήσεώς σου και αποτέλεσμα υπεύθυνων αποφάσεών σου. Και αν δεν αρχίσεις τώρα να καταβάλλεις τις δικές σου προσπάθειες για τη σταθεροποίηση των καλών στοιχείων της ψυχής σου, θα τα χάσεις όλα με τις πρώτες δυσάρεστες περιστάσεις. Ναι, θα σε εγκαταλείψουν, αφήνοντας πίσω τους μόνο μια γλυκειά – ή μήπως πικρή;- ανάμνηση.
Θυμάσαι τι ένιωσες , όταν βυθίστηκες στη δίνη της κοσμικής ζωής; Πώς ταλαιπωρήθηκες τότε; Πώς η λύπη πλημμύρισε την καρδιά σου; Ότι καλό έχεις μέσα σου, το πήρες από τη χάρη του Θεού και από την οικογένειά σου. Γιατί, λοιπόν, οι εμπειρίες σου από την κοσμική ζωή σε στενοχώρησαν; Επειδή άφησες τον εαυτό σου να νιώσει κάποια συμπάθεια για τη ζωή αυτή. Μολονότι δεν το ομολόγησες, είναι αυταπόδεικτο από τη λύπη που σε ταλαιπώρησε αργότερα .Αν δεν υπήρχε συμπάθεια, δεν θα υπήρχε και ταλαιπωρία. Σου έγραψα ότι, αν κάποια αδήριτη ανάγκη σε ρίξει ξανά στην ίδια δίνη, μην αφήσεις την καρδιά σου να προσκολληθεί σε κάτι απ’ όσα βλέπεις ή ακούς εκεί. Αν η καρδιά σου δεν προσκολληθεί σε τίποτα, δεν θα ξαναδοκιμάσεις λύπη. Δεν ξέρω αν τώρα βρίσκεσαι πάλι σ’ αυτή τη δίνη. Κι αν βρίσκεσαι, δεν ξέρω αν τηρείς τη συμβουλή μου. Κάνε ό,τι νομίζεις. Είσαι αυτεξούσια. Όπου να ‘ναι , άλλωστε, ενηλικιώνεσαι.
Από την πλευρά μου, πάντως, οφείλω να σου πω ειλικρινά και ξεκάθαρα ότι έχεις τρεις επιλογές: Είτε να γίνεις άνθρωπος πνευματικός και θεοχαρίτωτος, είτε να γίνεις άνθρωπος κοσμικός, κενός, ματαιόσχολος και εμπαθής όσο όλοι σχεδόν οι άλλοι, είτε ,τέλος να γίνεις άνθρωπος μετέωρος ανάμεσα στην πνευματική και την κοσμική ζωή. Ελπίζω και εύχομαι να γίνεις άνθρωπος πνευματικός. Και θα γίνεις, αν το θελήσεις. Άνθρωπος κενός και ματαιόσχολος, άνθρωπος κοσμικός και άπιστος δεν νομίζω ότι θα γίνεις ποτέ, γιατί σε γνωρίζω αρκετά καλά. Δεν μπορώ, ωστόσο, ν’ αποκλείσω την πιθανότητα της τρίτης περιπτώσεως. Είναι πιθανό να μη γίνεις ούτε εντελώς πνευματική μα ούτε και εντελώς κοσμική, ούτε χριστιανή μα ούτε και άπιστη. Αυτό μπορεί να συμβεί, αν δεν φυλάξεις την καρδιά σου από την έλξη της κοσμικής ζωής. Πρόσεξε! Μιλάω για έλξη και όχι για συμμετοχή στην κοσμική ζωή. Γιατί η συμμετοχή, όπως λες κι εσύ, μερικές φορές είναι αναπόφευκτη. Αν λοιπόν, δεν φυλάξεις την καρδιά σου απ’ αυτή την έλξη, θα γεννηθεί μέσα σου μια συμπάθεια για την κοσμικότητα, συμπάθεια που δεν θα σε αποκόψει εντελώς από τις χριστιανικές αρχές σου, αλλά θα σου εμπνεύσει κάποια ψυχρότητα απέναντί τους. Θα διατηρήσεις τις αρχές σου, ή μάλλον μερικές απ’ αυτές, αλλά μόνο από συνήθεια. Έτσι ουσιαστικά δεν θα βρίσκεσαι ούτε στον κοσμικό χώρο, ούτε στον αληθινά πνευματικό˙ δεν θα είσαι ούτε κοσμικός ούτε πνευματικός άνθρωπος.
Το αποτέλεσμα ποιο θα είναι; Όποιο ήταν και για τον άγγελο της Εκκλησίας της Λαοδικείας, που καταδικάστηκε από τον Κύριο στην Αποκάλυψη: «Ξέρω καλά τα έργα σου. Δεν είσαι ούτε κρύος ούτε ζεστός. Μακάρι να ήσουνα είτε κρύος είτε ζεστός! Επειδή ,όμως , δεν είσαι ούτε κρύος ούτε ζεστός αλλά χλιαρός, γι’ αυτό θα σε ξεράσω από το στόμα μου» ( Αποκ. 3:15-16 ). Πρέπει να είναι κανείς θερμός απέναντι στον Θεό και σ’ όλα τα θεία, αλλά ψυχρός απέναντι στην κοσμικότητα και την αμαρτία. Αν δεν είσαι ούτε ψυχρή απέναντι στην κοσμικότητα ούτε θερμή απέναντι στα θεία, αλλά χλιαρή και κρυερή απέναντι σε όλα, ο Θεός θα σε αποδοκιμάσει και θα σε απορρίψει.
Τι πρέπει, λοιπόν, να κάνεις; Να διαλέξεις με την καρδιά σου την άγια και θεάρεστη πνευματική ζωή, τώρα μάλιστα που ενηλικιώνεσαι. Θα τη διαλέξεις; Ο Κύριος να σε ευλογήσει και να σε φωτίσει!

Απολυτίκιο Αγ. Αποστόλων Σίλα, Σιλουανού και Επαινετού - 30 ΙΟΥΛΙΟΥ




ΑΓΙΟΙ_ΣΙΛΑΣ_ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ_ΕΠΑΙΝΕΤΟΣ_ΚΡΗΣΚΗΣ_ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ_ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ_ΕΚ_ΤΩΝ_ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑΟι Απόστολοι Σίλας, Σιλουανός, Επαινετός, Κρήσκης και Ανδρόνικος Ο Άγιος Σίλας ήταν μαθητής του Αποστόλου Παύλου, όπως μνημονεύει ο Ευαγγελιστής Λουκάς στις Πράξεις, από τον οποίο χειροτονήθηκε Επίσκοπος Κορίνθου.
The Apostles Silas, Silvanus, Epenetus, Crescens and Andronicus. St Silas was a disciple of St Paul, as Evaηgelist Lucas commemorates in Acts, who also ordained him Bishop of Corinth.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι, ὡς οὐρανοὶ λογικοί, τὴν δόξαν ἀστράψαντες, τοῦ κενωθέντος ἐν γῇ, συμφώνως ὑμνείσθωσαν, Κρήσκης Σιλουναὸς τέ, καὶ ὁ ἔνθεος Σίλας, ἅμα σὺν Ἀνδρονίκω, Ἐπαινετὸς ὁ θεόφρων Χριστὸν γὰρ ἰκετεύουσι, σώζεσθαι ἅπαντας.

ΤΙ ΝΟΗΜΑ ΕΧΕΙ ΝΑ ΦΙΛΑΜΕ ΤΟ ΧΕΡΙ ΤΟΥ ΙΕΡΕΑ;



Ο ιερέας σας μπορεί να είναι μόλις 25 χρονών. Μα η ιερωσύνη του είναι από καταβολής κόσμου.
Όταν λοιπόν του ασπάζεσθε το χέρι, προσκυνάτε την ιερωσύνη του, που φθάνει διαδοχικά από τον Χριστό και τους Αποστόλους μέχρι τον ιερέα σας.
Όταν φιλάτε το χέρι του παπά σας, φιλάτε ολόκληρη την αλυσίδα των Οσίων και αγίων ιερέων και Ιεραρχών, από τους Αποστόλους μέχρι σήμερα.
Ασπάζασθε και προσκυνάτε τον Άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο, τον άγιο Νικόλαο, τον άγιο Βασίλειο, τον άγιο Σάββα και «όλους τους επιγείους αγγέλους και ουρανίους ανθρώπους», που όταν ήταν στη γη εκοσμούσαν την Εκκλησία και τώρα στολίζουν τον ουρανό!
Το φίλημα που κάνουμε στο χέρι του παπά δεν είναι φίλημα φυσικό. Είναι φίλημα άγιον, όπως γράφει στους Κορινθίους ο Απόστολος Παύλος.
Να το ασπάζεσθε λοιπόν το χέρι του ιερέα που σας ευλογεί. Είναι ευλογημένο από τον Θεό. Με τη χάρη της ιερωσύνης. Με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.
Να το φιλάτε το χέρι του ιερέα σας. Όσο νέος και αν είναι. Και να τον ακούτε.

ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΕΙΝΑΙ Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ



Η Ορθόδοξη ιστορία σημαδεύεται εξωτερικά από μια σειρά ασυνεχειών: η κατάληψη της Αλεξάνδρειας, της Αντιόχειας και της Ιερουσαλήμ από τους Άραβες μου­σουλμάνους. Ο εμπρησμός του Κιέβου από τους Μογγόλους. Οι δύο λεηλασίες της Κωνσταντινούπολης. Η Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία. Αυτά όμως τα γε­γονότα, ενώ έχουν μεταμορφώσει την εξωτερική εμφάνιση του Ορθόδοξου κόσμου, δεν κατάφεραν ποτέ να διασπάσουν την εσωτερική συνέχεια της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Το πράγμα που προκαλεί έκπληξη σ’ έναν ξένο, όταν αυ­τός έρχεται σ’ επαφή με την Ορθοδοξία, είναι συνήθως κάποια αρχαιοπρεπής ατμόσφαιρα και μία φαινομενική α­καμψία. Ανακαλύπτει πως οι Ορθόδοξοι εξακολουθούν να βαπτίζονται διά τριπλής καταδύσεως, όπως ακριβώς γινόταν στην αρχαία Εκκλησία· τα μωρά και τα παιδιά συμ­μετέχουν στη θεία Ευχαριστία· στη Λειτουργία ο Διάκο­νος εξακολουθεί να εκφωνεί:
«Τας θύρας! τας θύρας!», α­νακαλώντας έτσι στη μνήμη τον παλιό καιρό που οι είσο­δοι της εκκλησίας φυλάσσονταν προσεκτικά, και κανείς άλλος εκτός των χριστιανών δεν μπορούσε να παρακο­λουθήσει τη λατρεία. Το Σύμβολο της Πίστεως εξακολου­θεί ν’ απαγγέλλεται χωρίς καμιά προσθήκη.

Αυτά δεν είναι παρά λίγα παραδείγματα των στοι­χείων που διαπερνούν κάθε πτυχή της Ορθόδοξης ζωής. Όταν οι Ορθόδοξοι καλούνται στις Διεκκλησιαστικές συ­νελεύσεις να συνοψίσουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της Εκκλησίας τους, συχνά αναφέρονται σ’ αυτήν ακριβώς τη φαινομενική ακινησία της, στην αποφασιστικότητά της να παραμείνει πιστή στο παρελθόν της, στην αίσθηση μιας ζωντανής συνέχειας με την αρχαία Εκκλησία. Στις αρχές του δέκατου όγδοου αιώνα, με φρασεολογία που θυ­μίζει τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων, οι Πα­τριάρχες της Ανατολής ανέφεραν ακριβώς τα ίδια πράγμα­τα στους Ανωμότους:
«Διατηρούμε αναλλοίωτη τη Διδασκαλία του Κυρίου μας, και ακολουθούμε σταθερά την πίστη που μας μετέδωσε, και την κρατούμε ακηλίδωτη και αμείωτη, ως Βασιλικό θησαυρό και ατίμητο μνημείο, χωρίς να προσθέτουμε ούτε ν’ αφαιρούμε κάτι απ’ αυτή».
Αυτή η ιδέα της ζωντανής συνέχειας συνοψίζεται για τους Ορθοδόξους στη λέξη Παράδοση. «Ου μεταίρομεν όρια αιώνια, α έθεντο οι πατέρες ημών», γράφει ο Ιω­άννης Δαμασκηνός, «αλλά κατέχομεν τας παραδόσεις, καθώς παρελάβομεν».
Οι Ορθόδοξοι μιλούν πάντοτε για την παράδοση. Τι εννοούν όμως μ’ αυτή τη λέξη; Η συνηθισμένη αντίληψη είναι πως παράδοση είναι η μετάδοση από τους προγόνους στους απογόνους μιας γνώμης, μιας πίστης ή ενός εθίμου. Από την άποψη αυτή, Χριστιανική Παράδοση είναι η πί­στη και η πράξη που μετέδωσε ο Ιησούς Χριστός στους Αποστόλους, και η οποία από την εποχή των Αποστόλων έχει παραδοθεί, από γενιά σε γενιά, στην Εκκλησία.
Για έναν Ορθόδοξο όμως Χριστιανό, Παράδοση σημαίνει κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο και ειδικότερο απ’ αυτό. Παράδο­ση είναι τα βιβλία της Αγίας Γραφής, το Σύμβολο της Πίστεως, οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων και τα γραφτά των Πατέρων, οι Κανόνες, τα λειτουργικά βιβλία, οι άγιες εικόνες. Στην πράξη Παράδοση είναι ολόκληρο το δογματικό σύστημα, η εκκλησιαστική διοίκηση, η λα­τρεία, η πνευματικότητα και η τέχνη που έχουν διαμορ­φώσει οι Ορθόδοξοι μέσα στους αιώνες. Οι σημερινοί Ορθόδοξοι Χριστιανοί θεωρούν τον εαυτό τους ως κληρο­νόμο και φύλακα μιας πλούσιας κληρονομιάς που την έλα­βαν από το παρελθόν, και πιστεύουν πως καθήκον τους είναι να μεταδώσουν αυτήν την κληρονομιά αμείωτη στο μέλλον.
Σημειώστε πως η Αγία Γραφή αποτελεί τμήμα της Παράδοσης. Μερικές φορές η Παράδοση ορίζεται ως η προφορική διδασκαλία του Χριστού, που δεν έχει καταγραφεί από τους άμεσους μαθητές Του. Όχι μόνο οι μη Ορθόδοξοι, αλλά και πολλοί Ορθόδοξοι συγγραφείς έχουν υιοθετήσει αυτόν τον τρόπο σκέψης, διαχωρίζοντας την Αγία Γραφή από την Παράδοση, θεωρώντας πως είναι δύο διακεκριμένες πηγές της χριστιανικής πίστης. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει παρά μόνο μια πηγή, αφού η Αγία Γραφή εμπεριέχεται στην Παράδοση. Φτωχαίνουμε λοιπόν την ιδέα και των δύο αν τις ξεχωρίσουμε και τις φέρουμε αντιμέτωπες.
Οι Ορθόδοξοι, αν και σέβονται την κληρονομιά του παρελθόντος, γνωρίζουν ταυτόχρονα πως ό,τι έχουν δε­χτεί απ’ το παρελθόν δεν αξίζει το ίδιο. Μεταξύ των δια­φόρων στοιχείων της Παράδοσης, αυτά που διαθέτουν μοναδική αξία είναι η Αγία Γραφή, το Σύμβολο της Πίστεως και οι δογματικοί όροι των Οικουμενικών Συνό­δων: τα στοιχεία αυτά οι Ορθόδοξοι τα δέχονται ως κάτι το απόλυτο και αμετάβλητο, κάτι που δεν μπορεί ν’ ακυ­ρωθεί ή να ανασκευαστεί. Τα άλλα στοιχεία της Παράδοσης δεν έχουν ακριβώς το ίδιο κύρος. Οι αποφάσεις των συνόδων του Ιασίου ή της Ιερουσαλήμ δεν βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο με το Σύμβολο της Νίκαιας, ούτε τα γραφτά ενός Αθανασίου ή ενός Συμεών του Νέου Θεολόγου κατέχουν την ίδια θέση με το κατά Ιωάννην Ευαγ­γέλιο.
Ούτε καθετί που παραλάβαμε από το παρελθόν έχει την ίδια αξία ούτε είναι κατ’ ανάγκην αληθές. Σύμφωνα με όσα παρατήρησε ένας επίσκοπος στη Σύνοδο της Καρθαγένης το 257: «Ο Κύριος είπε. Εγώ ειμί η αλήθεια. Δεν είπε, Εγώ ειμί το έθιμον». Υπάρχει μια διαφορά με­ταξύ των λέξεων «Παράδοσις» και «παραδόσεις»: πολλές παραδόσεις που μας κληροδότησε το παρελθόν είναι αν­θρώπινες και συμπτωματικές, απλώς ευσεβείς γνώμες, και δεν αποτελούν αληθινό μέρος της μιας Παράδοσης, ούτε θεμελιώδες χριστιανικό μήνυμα.
Είναι απόλυτη ανάγκη ν’ αμφισβητούμε το παρελ­θόν. Στη Βυζαντινή και στη μεταβυζαντινή εποχή, οι Ορθόδοξοι δεν υπήρξαν καθόλου κριτικοί στη στάση τους προς το παρελθόν, μ’ αποτέλεσμα τη στασιμότητα. Σήμε­ρα δεν μπορεί πλέον να διατηρηθεί αυτή η αδιαμφισβήτητη και στερεότυπη στάση. Υψηλότερα επίπεδα μόρφωσης, περισσότερες σχέσεις με τους δυτικούς χριστιανούς, η εί­σοδος της εκκοσμίκευσης και της αθεΐας, ανάγκασαν τους Ορθοδόξους αυτοί του αιώνα να παρατηρήσουν προσεκτικότερα την κληρονομιά τους και να κάνουν μεγαλύτερη διάκριση μεταξύ Παράδοσης και παραδόσεων.
Το καθήκον της διάκρισης δεν είναι εύκολο. Είναι ανάγκη ν’ αποφευ­χθεί αφενός το λάθος των Παλαιοπίστων και αφετέρου της «Ζώσης Εκκλησίας»: οι πρώτοι έπεσαν σε ακραίο συντηρητισμό που δεν ανέχεται καμιά αλλαγή, ακόμη και των παραδόσεων, ενώ η δεύτερη υπέκυψε σε πνευματικό συμβιβασμό, ο οποίος υπονόμευσε την Παράδοση. Παρ’ όλες όμως τις ορισμένες αδυναμίες, οι σημερινοί Ορθόδοξοι βρίσκονται πιθανώς σε καλύτερη θέση απ’ αυτή που βρί­σκονταν οι πρόγονοί τους για αιώνες, ως προς τη δυνατό­τητα να διακρίνουν σωστότερα. Συχνά δε η επαφή τους με τη Δύση τους βοηθεί να δουν καθαρότερα το τι είναι ουσιώδες στην κληρονομιά τους.
Η αληθινή Ορθόδοξη πιστότητα στο παρελθόν πρέ­πει να σημαίνει μια δημιουργική πιστότητα. Η αληθινή Ορθοδοξία δεν μπορεί να μείνει ικανοποιημένη από μια στείρα «θεολογία της επανάληψης», η οποία με παπαγα­λίστικο τρόπο επαναλαμβάνει διαμορφωμένες προτάσεις, χωρίς ν’ αγωνίζεται να κατανοήσει το τι κρύβεται πίσω τους. Η σωστή πιστότητα στην Παράδοση δεν είναι κάτι το μηχανικό, μια παθητική και αυτοματική διεργασία με­τάδοσης της συσσωρευμένης σοφίας μιας εποχής του μα­κρινού παρελθόντος.
Ο Ορθόδοξος στοχαστής θα πρέπει να δει την Παράδοση από τα μέσα, θα πρέπει να εισέλθει στο πνεύμα της, θα πρέπει να αναβιώσει το νόημα της Παράδοσης μ’ ένα διερευνητικό και θαρραλέο τρόπο, χρησιμοποιώντας τη δύναμη της φαντασίας του. Για να ζήσει κανείς μέσα στην Παράδοση, δεν φτάνει να συγκατατίθεται διανοητικά σ’ ένα δογματικό σύστημα. Επειδή η Πα­ράδοση είναι κάτι περισσότερο από ένα σύνολο αφηρημένων προτάσεων είναι η ζωή· η προσωπική συνάντηση με τον Χριστό εν αγίω Πνεύματι. Η Παράδοση δεν φυλάσσεται μόνο από την Εκκλησία — ζει στην Εκκλησία, είναι η ζωή του αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία.
Η Ορθόδοξη αντίληψη για την Παράδοση δεν είναι στατική αλλά δυνα­μική, δεν την θεωρεί ως μία νεκρή αποδοχή του παρελθό­ντος αλλ’ ως μια ζώσα ανακάλυψη του αγίου Πνεύματος στο παρόν. Η Παράδοση, ενώ εσωτερικά είναι αμετάλλα­κτη (επειδή ο Θεός δεν μεταβάλλεται), συνεχώς αναλαμ­βάνει καινούριες μορφές, που συμπληρώνουν τις παλιές χωρίς να τις εκτοπίζουν. Οι Ορθόδοξοι συχνά εκφράζονται σαν να έχει τελειώσει η περίοδος της διαμόρφωσης των δογμάτων, αλλ’ αυτό δεν είναι αλήθεια. Εάν συγκληθεί στις μέρες μας μια νέα Οικουμενική Σύνοδος, τότε η Παράδοση θα πλουτιστεί με καινούριους ορούς σχετικά με την πίστη.
Ο π. Γεώργιος Φλορόφσκυ έχει εκφράσει με τον κατάλληλο τρόπο την ιδέα πως η Παράδοση είναι μια ζώσα πραγματικότητα:
«Παράδοση είναι η μαρτυρία του αγίου Πνεύματος, η ασταμάτητη αποκάλυψη του αγίου Πνεύματος και η αναγγελία των καλών νέων… Για ν’ αποδεχτούμε και να κατανοήσουμε την Παράδοση, θα πρέπει να ζήσουμε μέσα στην Εκκλησία, θα πρέπει να συνει­δητοποιήσουμε τη χαριτόβρυτη παρουσία του Κυρί­ου. Θα πρέπει να νιώσουμε μέσα της την πνοή του αγίου Πνεύματος… Η Παράδοση δεν είναι μόνο μια προστατευτική, συντηρητική αρχή. Είναι πρωταρ­χικά η αρχή της ανάπτυξης και της αναγέννησης… Παράδοση είναι η συνεχής παρουσία του αγίου Πνεύματος και όχι μόνο η μνήμη των λόγων»
Παράδοση είναι η μαρτυρία του αγίου Πνεύματος: σύμφωνα με τα λόγια του Χριστού, «Όταν δε έλθη εκεί­νος, το Πνεύμα της αληθείας, οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν» (Ιωάν. 16, 13). Αυτή η θεία υπόσχεση σχηματίζει τη βάση της Ορθόδοξης αφοσίωσης στην Πα­ράδοση.

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ Γ.ΝΙΚΩΝΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟ


ΜΙΑ ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΝΙΚΩΝΑ, ΠΟΥ ΜΑΣ ΔΙΑΦΩΤΙΖΕΙ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΣΤΑΣΗ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙ Ο ΠΙΣΤΟΣ ΑΠΕΝΑΤΙ ΣΤΗΝ ΑΚΡΑΤΗ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ ΜΑΣ.
Έρχεται ο Αντίχριστος; Πώς να ετοιμαστούμε; γέρων Νίκων

“Ενθουσιασμός και ωριμότητα”.




Τον ενθουσιασμό τον έχουμε γνωρίσει όλοι. Τον προκαλούν διάφορα αίτια στη ζωή μας που μπορεί να είναι κοινά ή προσωπικά. Κοινό αίτιο ενθουσιασμού μπορεί να είναι ένας εθνικός λόγος, ένα θαύμα, ένα καταπληκτικό τοπίο, μια θαυμάσια εκδρομή, ένας υπέροχος λόγος ενός ικανού ομιλητή, ένα πολύ ωραίο τραγούδι, το αποτέλεσμα ενός αγώνα ποδοσφαίρου ή ενός αγωνίσματος στίβου κ.α.
Ο προσωπικός ενθουσιασμός μπορεί να έχει αίτιο μια επιτυχία, την επίτευξη ενός στόχου, μια γνωριμία που θα προκαλέσει το ερωτικό σκίρτημα της καρδιάς, μια διάκριση, μια αναγνώριση ενός καλλιτεχνικού έργου, κ.α. Στον ενθουσιασμό μετέχει όλο το είναι του ανθρώπου που μπορεί όμως να οδηγήσει και σε αρνητικά άκρα, διότι μοιάζει με χείμαρρο, με ορμητικό ποτάμι. Την ώρα του ενθουσιασμού, παρουσιάζονται και ενεργούν κρυφές δυνάμεις της ψυχής και του σώματος. Αλλά είναι δίκοπο μαχαίρι!

Παρατηρώντας γενικά τον ενθουσιασμό, βγάζει κανείς ωφέλιμα συμπεράσματα. Αλλοίμονο αν στη ζωή μας δεν υπήρχε ο ενθουσιασμός. Δεν θα υπήρχαν νίκες στις μάχες, ούτε ναοί φανταστικού κάλλους, ούτε μεγαλόπρεπα κτίρια, ούτε τίποτε από αυτά που καταγράφει ως σημαντικά κατορθώματα και έργα η ιστορία.
Υπήρξαν όμως και πολλά τραγικά σφάλματα στα οποία οδήγησε ο ενθουσιασμός. Και τούτο, διότι δεν τον κατήυθυνε μια ώριμη σκέψη η οποία ξέρει να ζυγίζει τους παράγοντες, να επιλέγει το σωστό χρόνο, να χρησιμοποιεί τα σωστά πρόσωπα και τις σωστές μεθόδους. Σε μια π.χ. πολεμική κίνηση, κυρίως δε σε μια απελευθερωτική πολεμική επιχείρηση, όταν λείπει ο ενθουσιασμός νίκη δεν υπάρχει. Όμως ο ενθουσιασμός πρέπει να διακατέχει μόνο τους στρατιώτες, ενώ η ωριμότητα πρέπει να διακρίνει τους στρατηγούς, αυτούς που δίνουν εντολές. Χωρίς ωριμότητα δεν υπάρχει σοβαρή και αποτελεσματική υπευθυνότητα και χωρίς υπευθυνότητα δεν δίνονται σωστές εντολές, γι’ αυτό και τα αποτελέσματα είναι τραγικά.
Η ωριμότητα είναι το αποτέλεσμα της εμπειρίας όταν αυτή η εμπειρία συνοδεύεται από θετική σκέψη και αυτοκυριαρχία πάνω στο συναισθηματικό τομέα. Απαραίτητη η παρουσία της λογικής. Προκειμένου όμως για την πνευματική ζωή, χρειάζεται και η ζώσα πίστη μαζί. Συνήθως αυτά συμπορεύονται με την ωριμότητα της ηλικίας. Γι’ αυτό άλλωστε και οι Άγιοι Πατέρες προκειμένου να γίνει κάποιος κληρικός, δηλαδή οικονόμος των μυστηρίων του Θεού, που θα κυβερνά ψυχές, πρέπει να έχει την ηλικία που εκείνοι έκριναν ως μέσο όρο σχετικής ασφάλειας, δηλαδή τα εικοσιπέντε χρόνια για το Διάκονο και τα τριάντα για τον Πρεσβύτερο. Αυτό, δε σημαίνει ότι δεν μπορούν να υπάρχουν και εξαιρέσεις, αλλά αυτές πρέπει να είναι σπάνιες και να τις διακρίνει ως υπεύθυνος ο Επίσκοπος.
Βέβαια εννοείται ότι –γενικώς- όπως υπάρχουν οι εξαιρέσεις πρώιμης ωριμότητας, υπάρχουν και οι περιπτώσεις που η ηλικία δε συμβαδίζει με την ωρίμανση. Υπάρχουν δηλαδή άνθρωποι που δεν ωρίμασαν ακόμη και σε προχωρημένη ηλικία, διότι αναπαύονταν να ζουν μέσα στην επιπολαιότητα, χωρίς θετική παραγωγική σκέψη, χωρίς διάθεση μαθητείας από την εμπειρία ζωής, χωρίς διάθεση να ρωτούν για να εφαρμόσουν και να βελτιωθούν. Μια ζωή χτισμένη από σφάλματα το ένα πάνω στο άλλο! Φαντασθείτε ένα κτίριο κτισμένο χωρίς σχέδιο, χωρίς γερά θεμέλια. Όλα πρόχειρα και του σωρού…
Αυτό το κτίριο και άσχημο είναι, και δύσχρηστο και επικίνδυνο, κι ας υπήρχε ενθουσιασμός για το κτίσιμό του.
Αυτά τα γνώριζαν οι θεόσοφοι Πατέρες της Εκκλησίας. Ας δούμε τη σοφία τους αυτή από δύο περιπτώσεις μόνο.
Πρώτη περίπτωση: Όταν χειροτονείται ένας ιερέας, του δίδεται η χάρις, ως πνευματική εξουσία, να τελεί όλα τα μυστήρια, πλην από δύο. Το ένα είναι το μυστήριο της Ιερωσύνης που το τελεί μόνο ο Επίσκοπος, το άλλο είναι η Εξομολόγηση. Δηλαδή ενώ βαπτίζει, στεφανώνει, ιερουργεί το μυστήριο της θ.Ευχαριστίας και τα υπόλοιπα μυστήρια, ενώ κάνει Ακολουθίες, αγιαστικές πράξεις, κηρύττει και άλλα, δεν μπορεί να εξομολογεί. Δεν του δίδεται δηλαδή η πνευματική πατρότητα όπως αυτή νοείται μέσα από το μυστήριο της μετανοίας και εξομολογήσεως. Χρειάζεται ειδική χειροθεσία από τον Επίσκοπο με τρόπο τελετουργικό, ο οποίος την επιτελεί στον ιερέα τον οποίο ο ίδιος κρίνει ότι έχει απαιτούμενα προσόντα. Δηλαδή τη σχετική ηλικία που σημαίνει εμπειρία, τη σοβαρότητα, την εχεμύθεια, τη δυνατότητα για την ειδική πνευματική διακυβέρνηση της κάθε ψυχής χωριστά. Άσκηση δηλαδή εξειδικευμένης ποιμαντικής του προσώπου μέσα από την ειδική σχέση πνευματικού πατρός και πνευματικού τέκνου.
Τα παραπάνω προσόντα συνθέτουν την ειδική πνευματική ωριμότητα που απαιτείται για τη διαποίμανση των ανθρώπων που ποθούν τη σωτηρία τους, των ψυχών που τις περισσότερες ίσως φορές δεν συμπεριλαμβάνονται στα ενοριακά γεωγραφικά πλαίσια.
Η επιλογή Πνευματικού πατρός (εξομολόγου) είναι τελείως ελεύθερη και ευλογημένη να γίνεται από τον πιστό, ανεξάρτητα από την Ενορία στην οποία ανήκει.
Η δεύτερη περίπτωση: Ένας που πηγαίνει να γίνει Μοναχός, δε γίνεται Μοναχός αυτόνομα, όσο ευλαβής κι αν είναι. Πρέπει να υποταχθεί στο Γέροντα, είτε της Μονής, είτε της Καλύβης αν πρόκειται για Σκήτη. Ο Γέροντας ως παλαιότερος διαθέτει εμπειρία και ωριμότητα στην ειδική αυτή ζωή που πολύ πολεμά ο Σατανάς.
Η υπακοή, είναι η ασφάλειά του από τα λάθη, κυρίως του ενθουσιασμού τον οποίο συνηθίζει ο διάβολος να εκμεταλλεύεται, της αμέλειας, του ιδίου θελήματος. Άκουσα κάποτε Γέροντα πολυμελούς συνοδείας να λέει στους υποτακτικούς του σε ώρα βραδυνής «οικογενειακής» διδαχής, τα εξής: «Να με ακούτε σας παρακαλώ για το καλό σας. Εγώ έπαθα για να μάθετε εσείς και να πορευθείτε δια της υπακοής την ιερή σας πορεία προς τον αγιασμό χωρίς να τσακιστείτε σε επικίνδυνους πολυειδείς σκοπέλους».
Μα μήπως στα εγκόσμια η ωριμότητα δεν είναι απαραίτητο να ποδηγετεί; Σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, σε όλες τις φάσεις της ζωής, σε όλους τους ανθρώπους και πάντοτε, είναι καλός και αποδοτικός ο ενθουσιασμός, αρκεί το τιμόνι του να κρατά ή να βρίσκεται δίπλα συμβουλευτικά η ωριμότητα…

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2015

Απολυτίκιο Αγ. Ευδοκίμου του Δικαίου - 31 ΙΟΥΛΙΟΥ

Απολυτίκιο Αγ. Ευδοκίμου του Δικαίου - 31 ΙΟΥΛΙΟΥ

ΕΞΟΜΟΛΟΓΕΙΣΘΕ ΤΩ ΚΥΡΙΩ-ΨΑΛΜΟΣ 135

Γέροντας Σωφρόνιος: Στη ζωή υπάρχει πάντοτε κάτι το «απροσδόκητο».



Νομίζω ότι αυτό σου δόθηκε όχι με μικρό τίμημα. Χάρις όμως σε αυτό διασαφηνίστηκαν σ’ εμένα πολλά, όχι μόνο για τη δική μας προσωπική περίπτωση, αλλά και γενικά διανοίχτηκε σε μένα το παράλογο των ανθρώπινων διαπροσωπικών σχέσεων. Εξαιτίας της ελευθερίας του ανθρώπου, η αντίδραση κάθε προσώπου στο ένα ή στο άλλο φαινόμενο είναι απρόβλεπτη.

Στη ζωή υπάρχει πάντοτε κάτι το «απροσδόκητο», το μη προβλεπόμενο, που δεν υπόκειται σε κανέναν υπολογισμό. Ακόμη και οι καλύτερες από κάθε πλευρά διαθέσεις μπορούν, όπως έδειξε η πείρα, να οδηγήσουν κάποτε σε παρεξηγήσεις, και μάλιστα σοβαρές. Τώρα που γεράσαμε και είναι τελείως θεμιτό να απαιτούν από μας κάποια «σύνεση», ας αντιπαρέλθουμε μερικά πράγματα, μερικά γεγονότα, ας ανεβούμε υψηλοτέρα, για να πρυτανεύσει η αγάπη όχι μόνο στην αιωνιότητα, αλλά και μέσα στον χρόνο.
Στοχαζόμενος συχνά για πολλά παρόμοια γεγονότα στη ζωή των ανθρώπων, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι όλοι μας οφείλουμε να συλλογιζόμαστε ότι το πρόσωπο εκείνο που συναντούμε πέρασε προηγουμένως από δοκιμασίες, καλές ή κακές, αλλά πάντως όχι όμοιες με τις δίκες μας. Από αυτό λοιπόν προκύπτει η δυνατότητα, ακόμη ενδεχομένως και το αναπόφευκτο, της διαφοροποίησης του «τόνου της φωνής», της διαφοράς στη «γλώσσα», της διαφοράς στις αντιλήψεις κλπ. Συμβαίνει όμως και το αντίθετο. Παρ’ όλη τη διαφορά στο παρελθόν, η συνάντηση μπορεί εξαρχής να είναι αρμονική και βαθειά. Και το τελευταίο αυτό γίνεται δεκτό ως δώρο «Ανωθεν».