Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη 26 Αυγούστου 2014

Απολυτίκιο Αγ. Φανουρίου του Νεοφανούς και Μεγαλομάρτυρος - 27 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ





Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.

Οὐράνιον ἐφύμνιον, ἐν γῇ τελεῖται λαμπρῶς, ἐπίγειον πανήγυριν νῦν ἑορτάζει φαιδρῶς, ἀγγέλων πολίτευμα· ἄνωθεν ὑμνῳδίαις εὐφημοῦσι τοὺς ἄθλους, κάτωθεν Ἐκκλησίᾳ τὴν οὐράνιον δόξαν· ἣν εὗρες πόνοις καὶ ἄθλοις τοῖς σοῖς Φανούριε ἔνδοξε.

Δευτέρα 25 Αυγούστου 2014

Άγιος Ανδριανός: Το Μυστήριο της Οπής.


 Εισαγωγή
Σε απόσταση 5 χιλιομέτρων βορειοδυτικά της πόλης του Ναυπλίου δεσπόζουν δύο λόφοι. Ο ένας ξερός, με τη χαρακτηριστική χλωρίδα της νότιας Πελοποννήσου, φιλοξενεί αρχαία ερείπια, πιθανώς κάποιας ακρόπολης. Ο άλλος, πνιγμένος στη βλάστηση, είναι ο προορισμός μου εκείνη τη βροχερή ημέρα του Οκτώβρη. Πάνε χρόνια από τότε που φήμες είχαν φτάσει στα αυτιά μου για το ησυχαστήριο του Αγίου Ανδριανού που βρίσκεται στον κατάφυτο λόφο του μικρού χωριού Νέου Ροινού (Κατσίγκρι) Ναυπλίας, ένα πανέμορφο εκκλησάκι που στο τέμπλο του, μια οπή κάτω από την εικόνα της Παναγίας θεωρείται από τους πιστούς πως αποτελεί ένα από τα πολλά θαύματα της χριστιανοσύνης. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. 

Ιστορικά στοιχεία
Σταματώ το αμάξι μου και κοιτάζω το ναό. Είναι μικρός, σταυρεπίστεγος και περιποιημένος και βρίσκεται στο κέντρο του ησυχαστηρίου. Διαβάζουμε στην πελοποννησιακή πρωτοχρονιά:
« Η Αργολίδα βρίθει από το είδος εκείνο των ναών τους οποίους ονομάζουμε σταυρεπίστεγους, επειδή οι στέγες τους σχηματίζουν ένα μεγάλο σταυρό. Εις τους σταυρεπίστεγους ναούς περιλαμβάνεται και ο ιερός ναός που βρίσκεται στο χωριό Κατσίγκρι της Αργολίδος, τιμώμενους δε εις μνήμην των Αγίων μαρτύρων Ανδριανού και Ναταλίας. Φέρει προσθέτως, πλην της δυτικής τοξωτής θύρας και μια άλλη, κατά το δυτικό τμήμα, της βορείου μικράς πλευράς του, ως και στενότατον παράθυρον εις το κάτω μέρος της εγκάρσιας καμάρας. Η ύπαρξις στενωτάτων, εν είδη πολεμιστριών και σχεδόν παντελής έλλειψις παραθύρων είναι ενδεικτικαί των χρόνων της τουρκοκρατίας..»
Μια ακόμα πηγή του 1898 αναφέρει την εξής μαρτυρία. « Ούτος ο θείος και πάνσεπτος ναός του Αγίου ενδόξου μεγαλομάρτυρος και θαυματουργού Ανδριανού και Ναταλίας ιστορήθη δι' εξόδου του ενδοξωτάτου άρχοντος και δραγουμάνου του Μορέως, κυρίου κυρ - Θόδωρου Καπελέτη εκ
πόλεως 'Aργους (..) Δια χειρός καμού του ταπεινού Ιερεμίου Ιερομον'Aχου του εξ Αδαμίου Ιουνίω αψμγ' (1743).
Οι δύο παραπάνω πηγές, λοιπόν, τοποθετούν την ίδρυση του Ναού στα χρόνια της τουρκοκρατίας αν και δεν αποκλείεται, σύμφωνα με τη μοναδική μοναχή του ησυχαστηρίου, να θεμελιώθηκε π'Aνω σε προϋπάρχοντα αρχαιότερο ναό. Γεγονός είναι πάντως πως επί 250 περίπου χρόνια ο ναός ήταν εγκαταλελειμμένος, μέχρι πριν 13 χρόνια που η μοναχή Ζωή αποφάσισε με πενιχρά μέσα να τον ανακαινίσει και να αναστηλώσει σχεδόν εκ μηδενός τα περιβάλλοντα καλυβάκια. Το αποτέλεσμα δικαιώνει πλήρως τον κόπο της, όπως μπορεί να διαπιστώσει ο επισκέπτης.


Το εσωτερικό του ναού
Εισέρχομαι στο ναό και αμέσως η παλαιότητά του μου καθίσταται προφανής. Είναι γεμάτοςπαμπάλαιες τοιχογραφίες, χαραγμένες με τα ονόματα των επισκεπτών και τις χρονολογίες που τον επισκέφτηκαν. Διαβάζω μερικά από αυτά και διαπιστώνω πως οι χρονολογίες τους ανάγονται στο 17ο και 18ο αιώνα και έχουν προκαλέσει μεγάλες φθορές στις τοιχογραφίες. Μια από αυτές, εκείνη που βρίσκεται στο υπέρθυρο της εισόδου, είναι σε καλή κατάσταση και αναπαριστά σκηνές από την Αποκάλυψη του Ιωάννη. Στο δεξί μέρος βρίσκονται οι Δίκαιοι που θα κληρονομήσουν τον Παράδεισο και στο αριστερό δαίμονες οδηγούν τους αμαρτωλούς στην Κόλαση, όπου οφιοειδή πνεύματα τους κατατρώνε.
Κανείς δεν θα μπορούσε να νιώθει καλά κοιτάζοντας αυτή την αναπαράσταση, ακόμα και αν δεν πιστεύει σε μετά το θάνατο ζωή. Το ότι οι αγιογράφοι επέλεξαν να τοποθετήσουν την Κόλαση και τον Παράδεισο στην εξώθυρα, με κάνει να πιστεύω πως αυτό ήταν το τελευταίο μήνυμα που έπαιρναν οι πιστοί βγαίνοντας από το ναό, μια τελευταία υπενθύμιση...


Οι υπόλοιπες τοιχογραφίες είναι σε καλή σχετικά κατάσταση και περιλαμβάνουν ένα πλήθος Αγίων, τους ιδρυτές του μοναχισμού, μια επιβλητική απεικόνιση του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και φυσικά τον Παντοκράτορα στο θόλο και την Πλατυτέρα των Ουρανών Παναγία στην κόγχη του Ιερού.

Σε περίοπτη θέση βρίσκεται και η εικόνα του Αγίου Ανδριανού, που απεικονίζεται ως έφιππος αξιωματικός, στον οποίο ένας 'Αγγελος απονέμει το στέφανο του Μάρτυρα. Η εικόνα αυτή βρίσκεται και ως τοιχογραφία δίπλα από το τέμπλο και ως αργυρή εικόνα κοντά στην είσοδο του ναού, με μερικά αναθήματα επάνω της, δείγμα ευγνωμοσύνης των πιστών.
Σύμφωνα με τον Συναξαριστή, οι 'Αγιοι Ανδριανός και Ναταλία υπήρξαν ανδρόγυνο και όταν ο Ανδριανός συνελήφθη από τους Ρωμαίους επειδή ήταν χριστιανός, η Αγία Ναταλία του συμπαραστάθηκε και τον προέτρεπε να μην προδώσει την πίστη του, παρά τα βασανιστήρια στα οποία υποβλήθηκε και που τον οδήγησαν τελικά στο θάνατο.

Με ποικίλες σκέψεις να περνούν από το μυαλό μου, συνεχίζω να θαυμάζω το εσωτερικό του ναού, ώσπου το μάτι μου πέφτει στην εικόνα της Παναγίας του τέμπλου.




Η μυστηριώδης οπή
Η ιδιαιτερότητα που μου τραβάει την προσοχή δεν είναι η ίδια η εικόνα αλλά μια οπή που βρίσκεται κάτω από αυτή και που αποτελεί το λόγο της επίσκεψής μου στο ησυχαστήριο. Η παράδοση λέει πως η οπή εκείνη παρέχει τη δυνατότητα να διαπερνά μέσα από αυτή ολόκληρο το ανθρώπινο σώμα. Την κοιτάζω προσεκτικά και συγκρίνοντάς τη με την ωραία πύλη που βρίσκεται δίπλα της, μοιάζει μικροσκοπική.Το μάτι μου δεν δέχεται την πιθανότητα να περνάει άνθρωπος από εκεί μέσα.



Στέκομαι στην άκρη, καθώς μια ευτραφής κυρία ξαπλώνει στο πάτωμα για να περάσει και με απόλυτη επιτυχία περνάει τρεις φορές, μια ανάσκελα, μια στο πλάι και μια μπρούμυτα! Τελειώνοντας, ευχαριστημένη κάνει το σταυρό της και με προτρέπει να περάσω κι εγώ αλλά διστάζω και παραχωρώ τη θέση μου στην επόμενη, σαφώς πιο μικροκαμωμένη κυρία, που καταφέρνει κι εκείνη με μεγάλη άνεση να περάσει.Ρωτάω τις δύο κυρίες αν πρόκειται για θαύμα ή αν η οπή μοιάζει μικρή στο μάτι αλλά είναι επαρκής για το ανθρώπινο σώμα και η μία χαριτολογώντας κάνει μια στροφή για να δω πόσο πραγματικά παχουλή είναι. Η άλλη κυρία μου λέει πως τα πάντα είναι θέμα πίστης και πως η οπή διευρύνεται αν πρόκειται για παχουλό άτομο που όμως πιστεύει. Ρωτάω για το σκοπό της ύπαρξης του θαύματος και αποφεύγουν να απαντήσουν. Μου λένε μόνο πως η πίστη κινεί βουνά και πως η θρησκεία μας είναι ζωντανή, ενώ υποτίθεται πως παλιότερα έβαζαν τους αρρώστους να περάσουν μέσα από την οπή και αν το κατάφερναν, τότε θα γίνονταν καλά.
Φεύγουν για να απολαύσουν τον καφέ τους με τη μοναχή και μένω μόνος, αντιμέτωπος με την οπή. Κλείνω την πόρτα και βγάζω το μέτρο που είχα φέρει μαζί μου. Η οπή έχει διαστάσεις 40 εκατοστά ύψος και 32 πλάτος. Μετράω τις δικές μου διαστάσεις στην πλάγια θέση και είναι ελαφρώς μεγαλύτερες.
Φαντάζομαι όμως πως η πίεση των μαλακών μορίων μικραίνει τις διαστάσεις, οπότε θεωρητικά θα μπορέσω να περάσω.

Το σκέφτομαι ξανά και ξανά, περιμένω να φύγουν και μερικοί άλλοι επισκέπτες και αναλογίζομαι από πόσο μικρές διαστάσεις περνάει το έμβρυο κατά τον τοκετό - όμως περνάει. Ξαπλώνω στο πάτωμα και κοιτάζω ξανά την οπή, ενώ η κλειστοφοβία μεγαλώνει μέσα μου.


Γυρίζω στο πλάι, περνάω το χέρι μου από την άλλη πλευρά ώστε να κρατηθώ και να τραβηχτώ, βάζω το κεφάλι μέσα και αρχίζω να τραβιέμαι, πιέζοντας ταυτόχρονα το πάτωμα με τα πόδια μου. Νιώθω τα τοιχώματα της οπής πάνω στο σώμα μου αλλά καταφέρνω και περνάω.
Η επιτυχία έφερε τον ενθουσιασμό και επειδή η παράδοση θέλει να περνάει ο πιστός τρεις φορές, δοκιμάζω και μια δεύτερη, αυτή τη φορά ανάσκελα. Είμαι ο μισός από τη μία πλευρά του τέμπλου και ο μισός από την έξω. Το δύσκολο σημείο των ώμων, η αμφικρωμιακή διάμετρος που λέμε στη Μαιευτική, έχει περάσει, άρα το υπόλοιπο σώμα θα γλιστρήσει εύκολα. Εκείνη τη στιγμή, η κλειστοφοβία ξυπνάει μέσα μου και ο τρόμος μου μεγαλώνει εκθετικά. Και αν όντως αυτό είναι ένα θαύμα κι εγώ γίνομαι μάρτυρας του θαύματος; Δε νιώθω καλά, αισθάνομαι πως τα τοιχώματα με σφίγγουν υπερβολικά, ενώ ως τότε ήταν πολύ άνετα.
Δοκιμάζω να κάνω μικρές κινήσεις για να ξεφρακάρω και δεν γίνεται τίποτα, ούτε όταν με κόπο γυρίζω στο πλάι. Η γιαγιά μου που ακολούθησε μαζί στο οδοιπορικό, προσπαθεί να με τραβήξει, να με βοηθήσει αλλά δεν γίνεται τίποτα, οπότε πηγαίνει να φωνάξει τη μοναχή και μένω μόνος μου εκεί, να φέρνω στο νου μου τις εικόνες με τόσους ανθρώπους που είχα δει να περνούν, άλλος μπρούμυτα, άλλος ανάσκελα, μερικοί από αυτούς έπαιζαν παίρνοντας περίεργες στάσεις και όμως περνούσαν. Εγώ, άραγε, δεν είχα τόσο δυνατή πίστη;

Θυμάμαι το Χριστό να αναφέρει πως η πίστη μετακινεί και βουνά ακόμη και σιγά σιγά νιώθω πολύ άνετα εκεί μέσα, τόσο που με μια απλή κίνηση βγαίνω άνετα μέσα από την οπή, οπότε περνάω το ίδιο άνετα και μια τρίτη και τελευταία φορά.


Σκέψεις
Πρόκειται για θαύμα ή για κάτι το φυσιολογικό; Οι διαστάσεις της οπής είναι αρκετές για ορισμένους σωματότυπους, για άλλους οριακές και για μια τελευταία κατηγορία οπωσδήποτε αναρωτιέται κανείς πως είναι δυνατό τόσο μεγαλόσωμοι άνθρωποι να μπορούν να περάσουν, ακόμα και αν δεχτούμε ως πιθανή εξήγηση τη συμπίεση των μαλακών μορίων του σώματος πάνω στα τοιχώματα της οπής.

Δεν στάθηκε δυνατό να ανακαλύψω ποιος και πότε άνοιξε την οπή καθώς και το σκοπό που είχε, μπορώ όμως να κάνω μερικές σκέψεις και συσχετισμούς. Η οπή προφανώς δεν ανοίχτηκε προκειμένου να «λειτουργήσει» ως θαύμα αλλά για να υποδηλώσει αυτό που συναντάμε σε μερικές σπάνιες εικόνες.
Ότι η Πύλη του Παράδεισου είναι στενή και δύσκολη, σε αντίθεση με την Πύλη της Κόλασης, την οποία εύκολα μπορεί να διαβεί κανείς. Όμως, γιατί αποφασίστηκε να ανοιχτεί η οπή κάτω από την εικόνα της Παναγίας; Νομίζω πως και αυτό το ερώτημα είναι εύκολο να απαντηθεί ή τουλάχιστον να κάνουμε μια σχετικά καλή υπόθεση.
Διαβάζουμε στους Χαιρετισμούς της Θεοτόκου « Χαίρε, πύλη μόνη, ην ο Λόγος διώδευσε μόνος, η μοχλούς και πύλας άδου, Δέσποινα, τω τόκω σου συντρίψασα, χαίρε η θεία είσοδος των σωζόμενων πανύμνητε». Η Παναγία, λοιπόν, θεωρείται πως είναι η Πύλη και το όχημα μέσω του οποίου οι πιστοί μπορούν να εισέλθουν στον Παράδεισο και αυτό συμβαίνει επειδή ήταν εκείνη που γέννησε τον υιό του Θεού, που άνοιξε ξανά τις σφραγισμένες Πύλες προς την αιώνια ζωή.

Η οπή συνδέει τον κύριο ναό με το ιερό και ο πιστός που διέρχεται μέσω της οπής, βιώνει μια εμπειρία παρόμοια με τη γέννηση. Διαμέσου της οπής, που από πάνω της στέκεται η Παναγία, ο άνθρωπος αφήνει τον κόσμο (ναό) και εισέρχεται στο Ιερό Θυσιαστήριο, στα 'Αγια των Αγίων και κριτήριο για τη διάβασή του αυτή δεν είναι ούτε η κοινωνική - οικονομική του κατάσταση, ούτε οι σωματικές του διαστάσεις αλλά μόνο η πίστη...

Ο διάβολος σε κάνει να νυστάζεις όταν ακούς λόγο πνευματικό, όχι όμως όταν κουτσομπολεύεις!


Ἕνας γέροντας - διηγήθηκε ὁ ἀββᾶς Κασσιανὸς - ποὺ ἀσκήτευε στὴν ἔρημο, παρακάλεσε τὸ Θεὸ νὰ τοῦ δώσει τοῦτο τὸ χάρισμα: Ὅταν γίνεται πνευματικὴ συζήτηση, νὰ μὴ νυστάζει ποτέ, ὅταν ὅμως κανεὶς ἀργολογεῖ ἢ κατακρίνει, τότε νὰ τὸν παίρνει ὁ ὕπνος, γιὰ νὰ μὴ μολύνονται τ᾿ αὐτιά του μὲ τέτοιο δηλητήριο. Καὶ πραγματικά, τοῦ ἔδωσε ὁ Θεὸς αὐτὸ ποὺ ζητοῦσε.
Ἔλεγε λοιπὸν αὐτὸς ὁ γέροντας, πὼς ὁ διάβολος εἶναι θιασώτης τῆς ἀργολογίας καὶ ἀντίπαλος κάθε πνευματικῆς διδαχῆς.
Ἐπιβεβαίωνε μάλιστα τὸ λόγο του μὲ τοῦτο τὸ παράδειγμα:

- Μιὰ φορά, καθὼς μιλοῦσα γιὰ ψυχωφελῆ ζητήματα σὲ κάποιους ἀδελφούς, τόσο πολὺ νύσταξαν, ποὺ δὲν μποροῦσαν οὔτε τὰ βλέφαρά τους νὰ κουνήσουν. Κι ἐγὼ τότε, θέλοντας νὰ φανερώσω πὼς αὐτὸ συμβαίνει ἀπὸ δαιμονικὴ ἐνέργεια, ἄρχισα ν᾿ ἀργολογῶ. Στὴ στιγμὴ ξενύσταξαν κι ἔγιναν ὁλόχαροι! Ἀναστέναξα καὶ τοὺς εἶπα: «Δέστε, ἀδελφοί μου! Ὅσο μιλούσαμε γιὰ οὐράνια πράγματα, τὰ μάτια ὅλων σας τὰ ἔκλεινε ὁ ὕπνος. Μόλις ὅμως ἀκούστηκαν λόγια μάταια, ὅλοι ξενυστάξατε καὶ ἀκούγατε πρόθυμα. Σὰς παρακαλῶ λοιπόν, ἀδελφοί, νὰ συναισθανθεῖτε τὴν ἐνέργεια τοῦ πονηροῦ δαίμονα, κι ἔτσι νὰ εἶστε προσεκτικοὶ καὶ νὰ φυλάγεστε ἀπὸ τὸ νυσταγμό, κάθε φορὰ ποὺ κάνετε ἢ ἀκοῦτε κάτι πνευματικό».


Απολυτίκιο Αγ. Ανδριανού και Ναταλίας - 26 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Κυριακή 24 Αυγούστου 2014

Η Κοίμηση και ο ενταφιασμός του Αγίου Νεκταρίου

Στο απόμακρο για κείνο τον καιρό νοσοκομείο της Αθήνας, το Αρεταίειο, η γραμματεία έπαιρνε απ' έξω εντολή και έδινε μέσα εντολή να κρατήσουν κάποιο κρεββάτι στον μικρό παθολογικό θάλαμο, για έναν γέροντα καλόγερο από την Αίγινα.
Τον έφεραν κάποιο μεσημέρι δύο καλόγριες κι ένας μέτριος στο ανάστημα σαραντάρης, που από την πρώτη στιγμή που μπήκαν ανησυχούσε και κρυφόκλαιγε. Έκαναν τις διατυπώσεις της εισόδου και παραμονής του στο θεραπευτήριο και η μία από τις δύο καλόγριες έφυγε.
Στον θάλαμο που τον τοποθέτησαν ήταν άλλα τέσσερα κρεβάτια ωστόσο μόνο τα δύο ήταν πιασμένα. Στο διπλανό του γέροντα της Αίγινας αναπαυόταν ένας άντρας περίπου σαραντάρης που έπασχε από παράλυση των κάτω άκρων.
Ήταν επαρχιώτης οικογενειάρχης, είχε πέσει σ' ένα γκρεμό από το ζώο του, χτύπησε κι από τότε τον έσερναν με τα φορεία.
Στο παρακάτω, έμενε κάποιος γέροντας συνταξιούχος δάσκαλος, με ουρολογική κι αυτός πάθηση.
"Τι νομίζεις γερόντισσα Ευφημία, έκανε κάπου στον προθάλαμο σιγανασαίνοντας και σκουπίζοντας τα δάκρυά του ο άντρας, θα κάνει την εγχείρηση, θ' αντέξει στο μαχαίρι;"
Εκείνη απόμεινε συλλογισμένη.
"Τι θ' απογίνουμε δίχως την ευλογημένη του καθοδήγηση, πώς θα ζήσουμε χωρίς την προσευχή του;" συνέχισε ο άντρας.
"Ελπίζω, κύριε Σακκόπουλε, αποκρίθηκε τέλος η καλόγρια μισοταραγμένη. Ο καλός Θεός θα λυπηθεί την αδελφότητα, δεν θα επιτρέψει ν' απομείνουμε είκοσι οκτώ ψυχές ορφανές."
"Ω αδελφή Ευφημία, σ' αυτόν οφείλω τα πάντα. Και κυρίως τον θησαυρό της ψυχής μου. Αυτός με εισήγαγε εις το εύρος, το ύψος και το κάλλος που έχει ο Κύριος. Από νωρίς έχασα την μητέρα μου και το ξεπέρασα, πρόπερσι αναπαύθηκε κι ο πατέρας μου, άνθρωπος όλο αυταπάρνηση κι ευγένεια και το κατάπια. Αν μας εγκαταλείψει κι ο άγιος γέροντας, ο πνευματικός πατέρας και οδηγός και μεσίτης εις τον Θεόν, θα καταντήσω δυστυχής, θα παραμείνω δεντρί στην έρημο..."
Η καλόγρια τον ανακοίταξε με κάποια στοργή και κούνησε το κεφάλι.
Πέρασε ο πρώτος μήνας, πέρασε κι ο δεύτερος.
Δεν πρόλαβε να κάνει εγχείρηση, δεν πρόλαβε να περάσει από μαχαίρι.
Η Αθήνα συγκλονιζόταν από ιαχές και αλλαλαγμούς για την εκλογική ήττα του Βενιζέλου, για τις αλλαγές στην Κυβέρνηση, για την επαναφορά του εξόριστου Βασιλιά Κωνσταντίνου, οι εκκλησιαστικοί κύκλοι συζητούσαν, σχολίαζαν την έκπτωση του Μελετίου και την επανανθρόνιση του Θεοκλήτου, όταν ο χλωμός ασκητικός εκείνος γέροντας, ο καλόγερος της Αίγινας, έβλεπε ξαφνικά καταμπροστά του ανοιγμένους τους ουρανούς και τους αγγέλους κατά χιλιάδες να τον υποδέχονται.
Στάθηκε λίγο προτού ξεψυχήσει κι αφουγκράστηκε. Από ψηλά κάποια γνώριμη φωνή, κάποια ολόγλυκια φωνή σε ξένη χώρα τον καλούσε.
"Είσελθε τέκνον, είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου. Σε αναμένει ο της δικαιοσύνης στέφανος."
"Εις εμέ, εις εμέ το λέγεις Κύριε;" πρόλαβαν να ψιθυρίσουν για στερνή φορά τα χείλη του.
Κι ανοίγοντας το στόμα να πάρει ανασεμιά, είδε πως μεταφέρεται. Παρέδωσε την άγια του υπομονετική ψυχή στον αγαπημένο του Αφέντη. Στον Αφέντη των ουρανίων, των επιγείων και καταχθονίων.
Η γερόντισσα Ευφημία αναστατώθηκε.
"Σεβασμιώτατε, Σεβασμιώτατε, ανάκραξε με λυγμούς. Κύριε Σακκόπουλε, πού είναι ο κύριος Σακκόπουλος;... Το τηλέφωνο παρακαλώ, το τηλέφωνο...
Ήρθε μια σαβανώτρα από το προσωπικό του νοσοκομείου να βοηθήσει τη γερόντισσα. Το νεκρό σώμα, μοσκομύριζε... Θεέ και Κύριε ! ... Κάτι πήγε να πει η γερόντισσα δεν το μπόρεσε. Για μια στιγμή έβγαλαν τη μάλλινη φανέλλα και την πέταξαν πρόχειρα στο διπλανό κρεββάτι. Κι ώσπου να προχωρήσουν να τελειώσουν με τα σάβανα, ο διπλανός άρρωστος, ο άνθρωπος που έπασχε από παράλυση των κάτω άκρων κινήθηκε, ξεπετάχθηκε όρθιος, αμφιταλαντεύθηκε, στάθηκε στα πόδια του κι έκανε το σταυρό του.
"Σηκώθηκα, περπατάω! ανάκραξε δυνατά, Θεέ μου, έγινα καλά! Τι έχει αυτή η φανέλλα;"
Για δες, ήταν στ' αλήθεια όρθιος, περπατούσε !
Δεν καλοκατάλαβαν, απόμειναν να χάσκουν. Το νεκρό σώμα μοσκομύριζε... Η γερόντισσα πήρε τη φανέλλα, την έβαλε ένα κουβάρι στο ράσο της. Τα χέρια της έτρεμαν.
Απόρησαν oι γιατροί, απόρησε και το προσωπικό του νοσοκομείου όταν έμαθαν πως ο φτωχός ρασοφόρος από την Aίγινα, ήταν άλλοτε γενικός διευθυντής στη Ριζάρειο και ήταν λέει... Δεσπότης!
Μια νύχτα θρήνου πέρασε η γερόντισσα Ευφημία.
Αργά το πρωί έφθασε ένας φίλος Αρχιμανδρίτης, ιεροκήρυκας, ο Παντελεήμων Φωστίνης και λίγο πιο έπειτα ο Πρωτοπρεσβύτερος Άγγελος Νησιώτης, διαλεκτός μαθητής του στη Ριζάρειο και δημιουργός αργότερα κατηχητικών σχολείων. Έφθασε σωστό ανθρώπινο ράκος κι ο Κωστής Σακκόπουλος. Παράγγειλαν το φέρετρο, παράγγειλαν τη νεκροφόρα και λίγo αργότερα ξεκίνησαν για τον Πειραιά.
Το βαποράκι της γραμμής η "Πτερωτή", θα σήκωνε άγκυρα για την Αίγινα ακριβώς στις δύο το μεσημέρι. Η νεκροφόρα με λογής - λογής διατυπώσεις που έπρεπε να γίνουν, έφθασε εμπρός στον Καθεδρικό Ναό της Αγίας Τριάδος στον Πειραιά, λίγo μετά τις δώδεκα. Ο Ναός βρέθηκε κλειστός, όλοι oι αρμόδιοι κι ο νεωκόρος, έλειπαν για μεσημεριάτικη διακοπή.
Αυθόρμητα μαζεύτηκε ολόγυρα στο πεζοδρόμιο κόσμος. Από λαλιά σε λαλιά, ακούστηκε, μαθεύτηκε στην εργατική πόλη, η Κοίμηση του γέροντα της Ριζαρείου. Κι ένας λαός περικύκλωσε το φέρετρο.
Καθώς το έφεραν σιμά στα σκαλοπάτια του Ναού για να πάρουν τουλάχιστον μια φωτογραφία στην πόλη και στο χώρο που τόσο είχε κηρύξει κι αγαπήσει, κι άνοιξαν το καπάκι, μούδιασαν, τάχασαν... Παρατήρησαν κάτι το ασυνήθιστο, το καταπληκτικό. Από την ήρεμη και γαλήνια μορφή έσταζε κάτι σαν ιδρώτας που μοσκομύριζε... Θεέ και Κύριε !
Ο Κώστας ο Σακκόπουλος σαστισμένος έτρεξε κι αγόρασε από το περίπτερο ένα πακέτο μπαμπάκι και σκούπισε σιγά - σιγά και απαλά από το πρόσωπο τον μοσκομύριστο ιδρώτα. Μερικοί τότε έπεσαν επάνω του, του άρπαξαν τις τούφες το μπαμπάκι, το έφερναν ευλαβικά στο μέτωπό τους, άλλοι το έκρυβαν στις τσέπες τους, άλλοι το παράχωναν στο στήθος.
"Δεν έχει βάρος, δεν έχει βάρος, είναι ελαφρύς σαν πούπουλο", φώναξαν και oι άνδρες που σήκωναν το φέρετρο, έτοιμοι να το ξαναφέρουν στη νεκροφόρα.
Το βαποράκι της γραμμής η "Πτερωτή" έφθασε στις τέσσερις παρά κάτι, απόγευμα στην Αίγινα με τη σημαία "μετζάστρα" (μεσίστια) στο πλωριό κατάρτι.
Προτού αράξει στο μώλο, ο καπετάνιος σφύριξε τρεις φορές πένθιμα και συνθηματικά.
Στα γαλανά νερά του Σαρωνικού ταξίδευε το Ιερό Λείψανο ενός ανθρώπου του Θεού. Ενός Κληρικού που δεν καυχήθηκε ποτέ για κάτι δικό του. Ενός Ιερομόναχου που ευαρέστησε τον Άγιο Θρόνο με την υπακοή, το ταπεινό φρόνημα, την υπομονή, την πίστη, την αγάπη.
Αμέτρητος λαός πλημμύρισε κάτω την παραλία. Όλος σχεδόν ο Κλήρος, όλοι oι Ιερομόναχοι, όλες oι καλόγριες από τα ντόπια Μοναστήρια.
Οι γυναίκες έκλαιγαν σιωπηλά, μερικές στέναζαν, μερικές μοιρολογούσαν.
"Παππούλη μας, προστάτη της φτωχολογιάς, τι θ' απογίνουμε τώρα που μας άφησες ορφανές και μόνες;"
Διακόσιοι τόσοι άντρες τσακώθηκαν ποιος θα σηκώσει το φέρετρο. Ήταν oι φίλοι του, oι ψαράδες του γιαλού, οι σφουγγαράδες που ταξίδευαν και βουτούσαν πέρα στην Τζιμπεράλτα και στο Τούνεζι κι έφερναν σφουγγάρια της ευλογίας με χαραγμένο στη μέση τον Τίμιο Σταυρό, εργάτες που δούλεψαν στη Μονή κι έφαγαν ψωμί από τα χέρια του, oικοδόμοι, αγρότες, αμπελουργοί, επαγγελματίες και πλανόδιοι.
Ο δήμαρχος με τον αστυνόμο για να τους φέρουν σε λογαριασμό, τους χώρισαν σε τετράδες και υπολόγισαν το δρόμο κάπου δυο ώρες και κάτι, ώσαμε το Μοναστήρι. Σε λίγο τα πάντα τακτοποιήθηκαν και η πομπή ξεκίνησε.
Ήταν κάτι το ριγηλό και συγκινητικό. Ποτέ η Αίγινα δε θυμόταν ένα τέτοιο ξόδι. Αυθόρμητα η λαϊκή ψυχή αγκάλιασε το Λείψανο - Θησαυρό του διαλεκτού παιδιού της και το έφερνε με σφιχτή ανασεμιά στη θέση Ξάντος.
Πένθιμη διακόσμηση γυρόφερνε την πόλη και την παραλία. Οι καμπάνες στους Ναούς σιγοχτυπούσαν όπως τη Μεγάλη Παρασκευή. Θυμίαμα καιγόταν σ' όλες τις πόρτες και δροσερά λουλούδια έπεφταν από γριές και νιες και δροσερές παρθένες.
Ένα πλήθος νέοι ρασοφόροι Ριζαρείτες ακολουθούσαν σιωπηλοί.
"Δεν έχει βάρος, δεν έχει βάρος, είναι ελαφρύς σαν πούπουλο", φώναζαν κατάπληκτοι κάθε τόσο οι άνδρες από τα σταυροδρόμια και τις λαγκαδιές, καθώς σήκωναν το φέρετρο κι ετοιμάζονταν ν' αλλάξουν βάρδια.
Το Μοναστήρι γέμισε κόσμο. Ατελείωτη μυρμηγκιά, κάθε λογής άνθρωποι, γνωστοί, άγνωστοι, καταλαχάρηδες του βουνού, του λόγγου, της ακρογιαλιάς. Όλοι τους είχαν διάθεση να παρασταθούν, να προσευχηθούν, να ξενυχτήσουν, να κλάψουν.
Σ' όλο τούτο το πλήθος και στις καλόγριες της αδελφότητας που έκλαιγαν σαν μικρές νεαρές κοπέλες, ξεχώριζε η φυσιογνωμία της Ηγουμένης, της Οσίας Ξένης, της τυφλής.
File:Nektarios.jpg
Στάθηκε κάποια στιγμή καταμπροστά στο φέρετρο, πάνω στη γαλήνια κι ευγενική μορφή, που θαρρούσες ότι λαφροκοιμόταν, τη μορφή του πνευματικού πατέρα και οδηγού, του ευεργέτη και προστάτη της και μη μπορώντας με τα τυφλά μάτια να δει, να προσέξει τον ιδρώτα - Μύρο που κυλούσε από το μέτωπο, το ένιωσε σαν όσφρηση, σαν ευωδιά και μένοντας ακίνητη και κάνοντας τρεις φορές το σημείο του σταυρού, είπε:
"Ο πατέρας μας δεν πέθανε. Ζει, μας βλέπει και προσεύχεται απόψε για μας. Το Μοναστήρι μας θα προκόψει, δεν θα το αφήσει ο Κύριος. Όταν ζούσε και τον απολαμβάναμε δίπλα μας, κοντά μας, φάρο και οδηγό, αυτό πάντα μας έλεγε. Αυτή την Προφητεία: Από εδώ, μας έλεγε, κόρες μου, απ' αυτές τις ερημιές, σε μερικά χρόνια θα διαβαίνουν άμαξες, θα περνά πλήθος ο κόσμος με αφιερώματα, χρυσάφια και λαμπάδες. Kαι εμείς οι άπραγες στεκόμασταν δίβουλες, ξαφνιασμένες. Μήπως τάχα παραλογίζεται ο Σεβασμιώτατος, αναρωτιόμασταν με ανησυχία. Αδελφές μου, μη κλαίτε, αδέλφια μου μη θρηνείτε. Η Αίγινα και η Ελλάδα απόκτησε έναν Όσιο, ένα σημερινό ικέτη εμπρός εις τον Εσταυρωμένο".
Τα λόγια της σκέπαζαν τους κρυφούς λυγμούς της από μια Θεϊκή Δύναμη και Χάρη. Τα λόγια της έπεσαν στο πλήθος με τέτοια αρμονία που γλύκαναν ευθύς όλες τις καρδιές και για κάμποσο χρονικό διάστημα της νύχτας, απόδιωξαν τις μελαγχολικές σκέψεις του θανάτου.
Τρεις μέρες και τρεις νύχτες κράτησε το λαϊκό τούτο προσκύνημα. Και το Λείψανο αδιάκοπα έσταζε ιδρώτα-Μύρο και σκορπούσε ολοτρόγυρα Ευωδία!
Mια από τις τρόφιμες της αδελφότητας ανησύχησε.
"Θα πρέπει να επισπεύσουμε τον ενταφιασμό, πέταξε με σπουδή στην Οσία Ξένη. Δεν μπορεί, γερόντισσά μου, σώμα είναι, θα βρωμίσει".
Το βράδυ που κοιμήθηκε, είδε ολοζώντανο σιμά της τον γέροντα ντυμένο στα αρχιερατικά του άμφια.
"Σεβασμιώτατε", ανάκραξε. Kαι γονάτισε να του ασπασθεί το χέρι.
"Βρωμά παιδί μου, το χέρι μου;" τη ρώτησε επιτιμητικά.
"Μοσκομυρίζει Σεβασμιώτατε", ψιθύρισε.
"Τι μυρίζει;"
"Λιβάνι και αλόη." "Τότε μη φοβείσαι και διά το Λείψανον."
Ξύπνησε καταφοβισμένη. Έτρεξε στο φέρετρο, ασπάσθηκε τρεις φορές τα κρινοδάχτυλα των χεριών. Kαι ξαναπρόσεξε που έτρεχε συνέχεια στη μορφή ιδρώτας - Μύρο.
Φυσικά φρόντισαν και για τον ενταφιασμό. Θα τον τοποθετούσαν εκεί πλάγια στο Ναό, χαμηλά στο πεύκο. Στο καταπράσινο και φουντωτό βελονόφυλλο δεντρί που τόσο αυτός καμάρωνε κι αγαπούσε. Εκεί, που κάποτε η πρώτη εκείνη γερόντισσα κάτοικος, σαν έσκαβε για να το φυτέψει, τοσοδούλι και μικράκι, άκουσε την παράδοξη φωνή :"Άφησε τόπο για ένα τάφο". Ναι, τώρα όλα ξεκαθάριζαν. Ο καλός Θεός είχε προδιαλέξει τόπο για το σκήνωμα του διαλεκτού παιδιού Του.
Προτού σκεπάσουν το φέρετρο για τον ενταφιασμό, όλες σχεδόν oι μαθήτριες και υποτακτικές έφεραν κι έριξαν λεμονανθούς από τις λεμονίτσες που είχε φυτέψει ο ίδιος ο γέροντας με το χέρι του, σε διάφορες πρασιές ολόγυρα από το Ναό και παράπλευρα έξω.

Απολυτίκιο Αποστόλου Τίτου - 25 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ


Παρασκευή 22 Αυγούστου 2014

Μην πηγαίνουμε στον Θεό με το ζόρι, αλλά ελεύθερα, υπεύθυνα και με αγάπη.


Η σχέση τώρα, τοῦ ἀνθρώπου μέ τό Θεό. ῞Ενα μεγάλο θέμα. Μιά προσεκτική ματιά θά μᾶς κάνει νά δοῦμε ὅτι πολλές φορές εἴμαστε μάρτυρες μιᾶς μεγάλης ἀρρωστημένης θρησκευτικότητας. 
῾Υπάρχουν ἄνθρωποι πού εἶναι ἄρρωστοι θρησκευτικά, πού ἔχουν ἀρρωστημένη θρησκευτικότητα. Μιά θρησκευτικότητα, πού στερεῖται καί τήν ἐλευθερία καί τήν ἀγάπη. ᾿Αρρωστημένη θρησκευτικότητα ὅσον ἀφορᾶ στόν ἑαυτό μας, ἀρρωστημένη θρησκευτικότητα ὅσον ἀφορᾶ αὐτήν πού πᾶμε νά προσφέρουμε στούς ἄλλους.

Ποιά εἶναι ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό Θεό; Εἶναι μιά ὑπεύθυνη σχέση, καί εἶναι μιά σχέση ἐλευθερίας καί ἀπό τήν πλευρά τοῦ ἀνθρώπου καί ἀπό τήν πλευρά τοῦ Θεοῦ.῾Ο ἄνθρωπος στό Θεό πηγαίνει ἐλεύθερα. Τί σημαίνει ἐλεύθερα; Σημαίνει ὑπεύθυνα. Σημαίνει ὅτι πηγαίνει ἐν ἐπιγνώσει. Σημαίνει ὅτι δέν ζητάει ἀπό τόν Θεό νά τοῦ κάνει τό κέφι του ἀλλά ζητάει νά γνωρίσει τήν ἀλήθεια καί τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Πηγαίνει ὑπεύθυνα, πού σημαίνει, πηγαίνει γιατί ἐμπιστεύεται τό πρόσωπό Του καί τό Λόγο Του. Καί τό ἐμπιστεύεται «κατά πάντα καί διά πάντα». Δέν ζητάει ἀπό τό Θεό, σάν τόν Φαρισαῖο, νά εἶναι μάρτυρας τῆς καλωσύνης του καί τῆς ἀρετῆς του. Γιατί; Γιατί ἡ συναίσθηση τῆς εὐθύνης ἔρχεται νά μᾶς φανερώσει πόσο ἄρρωστοι εἴμαστε πολλές φορές. Γιατί ἄρρωστος εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού λειτουργεῖ ἐγωϊστικά, ἄρρωστος εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού δέν εἶναι ᾿Αγάπη, ὅσο κι ἄν λέει ὅτι ἔχει ᾿Αγάπη. Γιατί αὐτό πού λέμε ὅτι ἔχουμε, τό διαψεύδει ἡ καθημερινότητά μας.
Η σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό Θεό λοιπόν, εἶναι μιά σχέση εὐθύνης τοῦ ἀνθρώπου. ῾Ο ἄνθρωπος πηγαίνει ὄντως στό Θεό καί πηγαίνει γιατί Τόν ἐμπιστεύεται, Τόν ἀγαπᾶ. Τί σημαίνει Τόν ἐμπιστεύεται; Λέει ἡ ᾿Οπισθάμβωνος Εὐχή• «Πᾶσα δόσις ἀγαθή καί πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθεν ἐστί καταβαῖνον». Αὐτό ἔχει καί μιά δεύτερη ἀνάγνωση. ῞Ο,τι κατέρχεται ἄνωθεν εἶναι «δόσις ἀγαθή» καί «δώρημα τέλειον». Δηλαδή; Δηλαδή καί μία ἀρρώστεια καί μία δοκιμασία καί ἕνας θάνατος.᾿Εμεῖς ὅμως, πού δέν κατανοήσαμε τή σχέση μας αὐτή, οὐσιαστικά δέν ἐμπιστευόμαστε τόν Θεό. Νομίζουμε ὅτι ὁ Θεός τότε τά λέει καλά, ὅταν συμφωνεῖ μαζί μας, γιατί ἀκριβῶς ἔχουμε μιά λαθεμένη θρησκευτικότητα.
Εμπιστεύομαι λοιπόν τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί δέν πηγαίνω στόν Θεό μέ τό ζόρι. ῾Ο Θεός, οὔτε ἐμένα οὔτε ἐσᾶς ἔχει ἀνάγκη. ῾Υπῆρχε πρίν ἀπό μᾶς καί μπορεῖ νά ὑπάρχει καί χωρίς ἐμᾶς. Κι εἶναι σημαντικό νά τό καταλάβουμε. Γιατί μερικές φορές θεωροῦμε ὅτι ὁ Θεός εἶναι ὑποχρεωμένος σέ μᾶς, γιατί νηστεύουμε, γιατί πᾶμε στήν ἐκκλησία. Εἶναι γνωστή ἡ φράση πού προέρχεται ἀπό τά χείλη, πολλές φορές, εὐσεβῶν ἀνθρώπων «Γιατί, Θεέ μου, σέ μένα;». Δηλαδή, τί ὄχι σέ σένα; Τί σέ μένα; Τί σημαίνει αὐτό τό ἐρώτημα; Πόσο λίγο ἐμπιστευόμαστε. Καί δέν καταλάβαμε κάτι. ᾿Ακριβῶς γι’ αὐτό σέ μᾶς. Γιατί ἔχουμε οἰκοδομήσει μιά λαθεμένη οἰκοδομή καί ἐπειδή ὁ Θεός μᾶς ἀγαπάει δέν μᾶς ἀφήνει στήν πλάνη μας καί μᾶς παραχωρεῖ τή δοκιμασία πού φέρνει στήν ἐπιφάνεια ποιοί πραγματικά εἴμαστε.
Κάποτε ἕνα πρόσωπο, τό ὁποῖο ἐργάστηκε χρόνια ὁλόκληρα μέσα στήν ᾿Εκκλησία ἀσθένησε, καί εἶπε αὐτό: «Γιατί, Θεέ μου, σέ μένα;». Κι ἐγώ τοῦ παρήγγειλα: «Γιατί ὄχι σέ σένα; πρῶτον, καί δεύτερον, τό ἐρώτημά σου εἶναι καί ἡ ἀπάντηση. ῞Οταν παλιότερα ἐσύ πήγαινες σέ κάποιον ἀσθενή νά τόν παρηγορήσεις, τί τοῦ ἔλεγες; Γιατί δέν τά λές τώρα στόν ἑαυτό σου; ᾿Από αὐτή τήν καλουπιά ὁ Θεός πάει νά σέ βγάλει». Καί ἔτσι ἤτανε. ῾Ο Θεός ἑτοίμασε τό πρόσωπο αὐτό, τό ὡρίμασε. Γιατί; Γιατί ὁ Θεός θέλει «πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι». Καί ἡ σωτηρία εἶναι ἡ ζωή μέ ᾿Εκεῖνον.
Εἶναι πολύ σημαντικό λοιπόν νά προσέξουμε μήπως ἡ θρησκευτικότητά μας καί ἡ πίστη μας εἶναι ἀρρωστημένη. Γιατί ἡ ἀρρωστημένη θρησκευτικότητα ἐπηρεάζει τήν κατάσταση τοῦ σπιτιοῦ μας, ἐπηρεάζει τήν ἀγωγή πού δίνουμε στά παιδιά μας καί πολλές φορές ἐξηγεῖ γιατί εἶναι ἀποτυχημένη αὐτή ἡ ἀγωγή, ὅταν ἐμεῖς προσπαθοῦμε νά διορθώσουμε τό ἔργο τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ὁ Θεός μᾶς ἔδωσε τή δυνατότητα νά ποῦμε ἀκόμα καί σ' Αὐτον, ὄχι. ᾿Εμεῖς θέλουμε νά τ’ ἀπαγορεύσουμε αὐτό ἀπό τά παιδιά μας. ᾿Από ἀγάπη, λέμε. Σά νά μή μᾶς ἀγαποῦσε ὁ Θεός. ῎Ετσι λοιπόν, εἶναι πάρα πολύ σημαντικό νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι μιά ὑγιής σχέση τοῦ Θεοῦ μέ τόν ἄνθρωπο ἔχει αὐτά τά δύο θεμέλια. Τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, πού πηγαίνει ἐλεύθερα στόν Θεό γιατί Τόν ἀγαπᾶ καί Τόν ἐμπιστεύεται καί τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

Παναγία Προυσιώτισσα - Απολυτίκιον & Μεγαλυνάρια