Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη 2 Απριλίου 2014

Περνούν τά χρόνια καί τι δύσκολα χρόνια!∆εν τελείωσαν τά θέµατα....

'Περνούν τά χρόνια καί τι δύσκολα χρόνια!∆εν τελείωσαν τά θέµατα.... Βράζει το καζάνι.Αν δεν είναι λίγο δυναµωµένος κανείς, πώς θα µπόρεση να αντιµετώπιση µιά δύσκολη κατάσταση Ό Θεός δεν έκανε ανεπρόκοπους ανθρώπους. Πρέπει να καλλιεργήσουµε το φιλότιµο. Αλήθεια, Θεός φυλάξοι, αν γίνει ένα τράνταγµα, πόσοι θα σταλθούν όρθιοι; Πριν από τον πόλεµο τού '40,στην Κόνιτσα, εκεί πού είχα το µαραγκούδαδικο ήταν ή αγορά καί έφερναν οι χωρικοί καλαµπόκι, σιτάρι κ.λπ. Μερικοί πλούσιοι - τι πλούσιοι, αυτοί δηλαδή πού έπαιρναν κάποιους τόκους από τις Τράπεζες, όταν πήγαιναν οι καηµένοι οι χωρικοί το καλαµπόκι στην αγορά, για να το πουλήσουν, αυτοί τοκλωτσούσαν µε το πόδι καί ρωτούσαν πόσο έχει. Όταν ήρθε ό πόλεµος καί αναγκάσθηκαν να τά πουλήσουν όλα, «καληµέρα» έλεγε ό ένας, «έχεις καλαµπόκι;»ρωτούσε ό άλλος. Γι' αυτό τώρα να ευχαριστείτε τον Θεό για όλα. Κοιτάξτε να ανδρωθείτε. Σφιχτήτε λιγάκι. Βλέπω τι µας περιµένει, γι' αυτό πονάω. Μην αφήνετε τον εαυτό σας χαλαρό'. 

Γέρων Παϊσιος
'Περνούν τά χρόνια καί τι δύσκολα χρόνια!∆εν τελείωσαν τά θέµατα.... Βράζει το καζάνι.Αν δεν είναι λίγο δυναµωµένος κανείς, πώς θα µπόρεση να αντιµετώπιση µιά δύσκολη κατάσταση Ό Θεός δεν έκανε ανεπρόκοπους ανθρώπους. Πρέπει να καλλιεργήσουµε το φιλότιµο. Αλήθεια, Θεός φυλάξοι, αν γίνει ένα τράνταγµα, πόσοι θα σταλθούν όρθιοι; Πριν από τον πόλεµο τού '40,στην Κόνιτσα, εκεί πού είχα το µαραγκούδαδικο ήταν η αγορά καί έφερναν οι χωρικοί καλαµπόκι, σιτάρι κ.λπ. Μερικοί πλούσιοι - τι πλούσιοι, αυτοί δηλαδή πού έπαιρναν κάποιους τόκους από τις Τράπεζες, όταν πήγαιναν οι καηµένοι οι χωρικοί το καλαµπόκι στην αγορά, για να το πουλήσουν, αυτοί το κλωτσούσαν µε το πόδι καί ρωτούσαν πόσο έχει. Όταν ήρθε ό πόλεµος καί αναγκάσθηκαν να τά πουλήσουν όλα, «καληµέρα» έλεγε ό ένας, «έχεις καλαµπόκι;» ρωτούσε ό άλλος. Γι' αυτό τώρα να ευχαριστείτε τον Θεό για όλα. Κοιτάξτε να ανδρωθείτε. Σφιχτήτε λιγάκι. Βλέπω τι µας περιµένει, γι' αυτό πονάω. Μην αφήνετε τον εαυτό σας χαλαρό'.

Γέρων Παϊσιος

Η απίστευτη ιστορία του Dobri Dobrev.


Ο 99χρονος άντρας έχασε την ακοή του στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο…
Ντυμένος στα χειροποίητα ρούχα του, περπατάει 10 χιλιόμετρα κάθε μέρα, από το σπίτι του στο χωριό μέχρι την πόλη της Σόφιας. Εκεί περνάει τη μέρα του “ζητιανεύοντας”.

Αν και γνωστός, εδώ και πολλά χρόνια, για τις ευχαριστίες του σ’ όλους τους ανθρώπους που του δίνουν λεφτά, πρόσφατα ανακαλύφθηκε ότι δώρισε κάθε δεκάρα που είχε μαζέψει -πάνω από 40,000 ευρώ- υπέρ αποκατάστασης Βουλγαρικών μοναστηριών και εκκλησιών, καθώς και για εξόφληση λογαριασμών ορφανοτροφείων. Ζει με την κρατική σύνταξη των 80 ευρώ.
Ο Γέροντας Ντόμπρη (Dobri Dobrev) συμπληρώνει τα 99 του χρόνια φέτος και συνεχίζει μεγαλόψυχα να μοιράζει στους ανθρώπους γύρω του την μοναδική του περιουσία, την καλοσύνη και την ανθρωπιά. Ακόμη και στην προχωρημένη αυτή ηλικία, ίσως τον συναντήσετε στους δρόμους της πρωτεύουσας να αναζητά γενναιόδωρους ανθρώπους να τον βοηθήσουν στο θεάρεστό του έργο.
Ο Γέροντας Ντόμπρη εδώ και δεκαετίες συγκεντρώνει χρήματα για την αναπαλαίωση χριστιανικών ναών σε ολόκληρη την Βουλγαρία. Απτόητος από το κρύο και τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες, αδιαφορώντας αν θα μείνει νηστικός… Ακτινοβολεί καλοσύνη, έτοιμος να φιλήσει το παιδικό χεράκι, που θα ρίξει στον ‘κουμπαρά’ του ένα κέρμα, έτοιμος να συζητήσει για την Θεία Χάρη με τούς περαστικούς. Ο Γέροντας Ντόμπρη ωστόσο δεν είναι ζητιάνος! Δεν ζητάει από του περαστικούς να τον βοηθήσουν να επιβιώσει, αποζητά, αντιθέτως, να σώσει τις ψυχές τους. Δεν μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ζητιάνο, άνθρωπο, που έχει απαρνηθεί τις υλικές του ανάγκες και συγκεντρώνει χρήματα για το θεάρεστό του σκοπό.
Να δωρίσεις χρήματα για έναν Ναό σημαίνει να δωρίσεις ελπίδα, πίστη, αξίες στις επόμενες γενιές, να τους προετοιμάσεις να γίνουν καλύτεροι Άνθρωποι! Σε αυτό το μέλλον ελπίζει ο Γέροντας, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και τους δημοσιογράφους!
Αντιλαμβάνεται πόσο εγωιστικά σκέφτεται η σημερινή κοινωνία, σέβεται τους συνανθρώπους του, δεν το βάζει κάτω και ευελπιστεί να αποτελέσει παράδειγμα για τους ανθρώπους, που θα ακολουθήσουν τον δρόμο του!
Με τα αυθεντικά του σκισμένα ρούχα και παπούτσια, τα μακριά του άσπρα μαλλιά και γένια, ο Γέροντας φαντάζει για πολλούς, οδοιπόρος από το παρελθόν. Σαν να έρχεται να μας θυμίσει εποχές που η πίστη, η καλοσύνη, η αγάπη αποτελούσαν βασικές, αληθινές αξίες.
Ο Γέροντας Ντόμπρη είναι οδοιπόρος…ακούραστος, γεμάτος ενέργεια, ταξιδεύει από την γενέτειρά του σε ολόκληρη την χώρα, εκπληρώνοντας την θεάρεστη αποστολή του, την διατήρηση της εκκλησιαστικής, πνευματικής κληρονομιάς. ‘Οντας νεότερος, ο Γέροντας ήταν σε θέση να διανύσει πεζός την απόσταση Μπάηλοβο – Σόφια , περισσότερα από 25 χιλιόμετρα. Τα γερασμένα, ταλαιπωρημένα του άκρα δεν τον κρατούν πλέον και χρησιμοποιεί λεωφορείο.

Η τωρινή κατοικία του Γέροντα βρίσκεται δίπλα στο σπίτι-μουσείο του συντοπίτη του Ελίν Πελίν. Ο «Άγιος» από το Μπάηλοβο, εδώ και χρόνια είναι αληθινός ασκητής και έχει παραχωρήσει τις ανέσεις του σπιτιού του στους συγγενείς και διαδόχους του. Ο ίδιος κατοικεί σε ένα δωματιάκι-παράπηγμα στην αυλή της εκκλησίας Άγιος Κύριλλος και Μεθόδιος. Παρόλο που διαθέτει κρεβάτι, προτιμά να κοιμάται στο πάτωμα, αρνούμενος πεισματικά τις ανέσεις της σύγχρονης κοινωνίας. Στο τραπέζι του σεμνού του δωματίου, ένα κομμάτι ψωμί και μια ντομάτα, του αρκούν για την ημέρα που έρχεται…



Τί είναι ο "Μεγάλος Κανόνας", πότε ψάλλεται και ποιος ο σκοπός του;


 
Στην αρχή της Μεγάλης Σαρακοστής, στο μεγάλο απόδειπνο των τεσσάρων πρώτων ημερών της Α΄ Εβδομάδας των Νηστειών διαβάζεται χωρισμένος σε τέσσερα μέρη ο Μεγάλος Κανόνας και ολόκληρος την Πέμπτη της Ε΄ εβδομάδας των Νηστειών. Ψάλλεται σε ήχο πλ. β΄ που είναι ιδιαίτερα κατανυκτικός, εκφραστικός του πένθους και της συντριβής της καρδιάς.

Μπορούμε να περιγράψουμε το κανόνα αυτό σαν ένα θρήνο μετάνοιας που μας μεταφέρει στο βάθος και στο πεδίο δράσης της αμαρτίας, κλονίζοντας τη ψυχή μας με την απόγνωση, τη μετάνοια και την ελπίδα. Με μιά μοναδική τέχνη ο Άγιος Ανδρέας συνυφαίνει τα μεγάλα βιβλικά θέματα: Αδάμ και Εύα, Παράδεισος και Πτώση, Πατριάρχες, Νώε και κατακλυσμός, Δαβίδ, Χώρα της Επαγγελίας και τελικά Χριστός και Εκκλησία, ομολογία των αμαρτιών και μετάνοια. Τα γεγονότα της ιερής ιστορίας παρουσιάζονται σαν γεγονότα της ζωής μου. Οι ενέργειες του Θεού στο παρελθόν αποβλέπουν σε μένα και στη σωτηρία μου, η τραγωδία της αμαρτίας και η προδοσία παρουσιάζονται σαν προσωπικά δική μου τραγωδία. Η ζωή μου παρουσιάζεται σαν ένα κομμάτι της μεγάλης πάλης ανάμεσα στο Θεό και τις δυνάμεις του σκότους που επαναστατούν εναντίον του.
Η πνευματική ιστορία του κόσμου είναι επίσης και δική μου ιστορία. Γίνονται για μένα μια πρόκληση με τα αποφασιστικά γεγονότα και τις πράξεις από το παρελθόν, που το νόημά τους και η δύναμή τους είναι αιώνια, γιατί κάθε ανθρώπινη ψυχή - μοναδική και ανεπανάληπτη - συγκινείται από το ίδιο δράμα, αντιμετωπίζει την ίδια τελικά εκλογή, ανακαλύπτει την ίδια πραγματικότητα.
Το έργο και ο σκοπός του Μεγάλου Κανόνα είναι να ξεσκεπάσει την αμαρτία και έτσι να μας οδηγήσει στη μετάνοια. Η αποκάλυψη αυτή, δεν γίνεται με ορισμούς και απαριθμήσεις, αλλά με μια βαθειά ενατένηση στη μεγάλη βιβλική ιστορία που είναι η ίδια η ιστορία της αμαρτίας, της μετάνοιας και της συγγνώμης.
Καταλαβαίνουμε ότι αμαρτία είναι, πρώτα απ' όλα, η άρνηση ότι η ζωή είναι προσφορά ή θυσία στο Θεό, με άλλα λόγια δηλαδή, η άρνηση ότι η ζωή έχει θεϊκό προσανατολισμό, ότι η αμαρτία, επομένως, είναι από τις ρίζες της, η παρέκκλιση της αγάπης μας από τον τελικό σκοπό της.
Για να καταλάβουμε σωστά τον Μεγάλο Κανόνα θα πρέπει να ξέρουμε την Αγία Γραφή και να έχουμε την ικανότητα να μεταφέρουμε τα νοήματά του στη ζωή μας.
“Κανόνες” στην εκκλησιαστική υμνογραφία λέγονται ύμνοι μεγάλοι, αποτελούμενοι από μικρότερες ενότητες, που ονομάζονται “Ωδές”. Κάθε “Ωδή” (σημαίνει άσμα θρησκευτικό, από το ρήμα άδω) αποτελείται από τον <<ειρμό>>, που είναι η πρώτη στροφή κάθε Ωδής και χρησιμεύει σαν υπόδειγμα και βάση των στροφών που ακολουθούν, τα λεγόμενα τροπάρια (τρέπονται σύμφωνα με τον ειρμό).
Μέγας ονομάσθηκε για την έκτασή του, αποτελείται από εννέα ωδές, έντεκα ειρμούς (η β΄και η γ΄ ωδή έχουν από δύο ειρμούς) και 250 τροπάρια (25 η α΄ ωδή, 41 η β΄, 28 η γ΄, 29 η δ΄, 23 η ε΄, 33 η στ΄, 22 η ζ΄, 22 η η΄ και 27 η θ΄).
Συντάχθηκε από τον Άγιο Ανδρέα αρχιεπίσκοπο Κρήτης, ο οποίος γεννήθηκε γύρω στα 660 στη Δαμασκό. Έγινε μοναχός στα Ιεροσόλυμα και κληρικός στη Κωνσταντινούπολη. Ψηφίσθηκε μετά το 710 αρχιεπίσκοπος Κρήτης. Άφησε πλούσιο συγγραφικό έργο, κυρίως υμνογραφικό και ομηλιτικό.
Την Πέμπτη της Ε΄ εβδομάδας των Νηστειών, στα μοναστήρια ψάλλεται ολόκληρος την δ΄ ώρα της νύκτας, γύρω στα μεσάνυχτα και στους ενοριακούς ναούς το βράδυ της Τετάρτης μαζί με το μικρό απόδειπνο, της ίδιας εβδομάδας.
Το θέμα και το σκοπό του Κανόνα περιγράφει το συναξάρι της Ε΄ Εβδομάδας των Νηστειών: “Ο ποιητής, με πλήθος αγιογραφικών ιστορημάτων και παραδειγμάτων, θετικών και αρνητικών, από την πλάση και τη πτώση του Αδάμ ως την Ανάληψη του Χριστού και τον ευαγγελισμό της ανθρωπότητος από τους Αποστόλους, παρακινεί κάθε ψυχή να μιμείται τις καλές πράξεις, ν' αποφεύγει τις φαύλες και να καταφεύγει πάντα στο Θεό με μετάνοια, δάκρυα, εξομολόγηση και κάθε ευαρέστηση”.

Απολυτίκιο Αγ. Ιωσήφ του Υμνογράφου - 3 ΑΠΡΙΛΙΟΥ

Τρίτη 1 Απριλίου 2014

«Ἐπὶ σοὶ Χαίρει, Κεχαριτωμένη. Πᾶσα ἡ κτίσις»

(Ἡ Κοίμησις τῆς Θεοτόκου). Ἀπό τὸ περιοδικὸ «Ἑλληνικὴ Δημιουργία», τ. 37, 1949

«Ὡς ἐμψύχῳ Θεοῦ κιβωτῷ ψαυέτω μηδαμῶς χεὶρ ἀμυήτων· χείλη δὲ πιστῶν τὴ Θεοτόκῳ ἀσιγήτως φωνὴν τοῦ ἀγγέλου ἀναμέλποντα, ἐν ἀγαλλιάσει βοάτω· Ὄντως ἀνωτέρα πάντων ὑπάρχεις, Παρθένε ἁγνή». «Ἐσένα ποὺ εἶσαι ζωντανὴ κιβωτὸς τοῦ Θεοῦ, ἂς μὴ σὲ ἀγγίζει ὁλότελα χέρι ἄπιστο, ἀλλὰ χείλια πιστὰ ἂς ψάλλουνε δίχως νὰ σωπάσουνε τὴ φωνὴ τοῦ ἀγγέλου (ὁ ὑμνωδὸς θέλει νὰ πεῖ τὴ φωνὴ τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ, ποὺ εἶπε «εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί») κι ἂς κράζουνε: «Ἀληθινά, εἶσαι ἀνώτερη ἀπ᾿ ὅλα Παρθένε ἁγνή».
Ἀλλοίμονο! Ἀμύητοι, ἄπιστοι, ἀκατάνυχτοι, εἴμαστε οἱ πιὸ πολλοὶ σήμερα, τώρα ποὺ ἔπρεπε νὰ προσπέσουμε μὲ δάκρυα καυτερὰ στὴν Παναγία καὶ νὰ ποῦμε μαζὶ μὲ τὸ Θεόδωρο Δούκα τὸ Λάσκαρη, ποὺ σύνθεσε μὲ συντριμένη καρδιὰ τὸν παρακλητικὸ κανόνα: «Ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου μὲ ζάλαι ὥσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε». «Σὰν τὰ μελίσσια ποὺ τριγυρίζουνε γύρω στὴν κερήθρα, ἔτσι κ᾿ ἐμένα μὲ ζώσανε οἱ ζαλάδες τῆς ζωῆς καὶ πέσανε ἀπάνω στὴν καρδιά μου καὶ τὴν κατατρυπᾶνε μὲ τὶς φαρμακερὲς σαγίτες τους. Ἄμποτε, Παναγιά μου, νὰ σὲ βρῶ βοηθό, νὰ μὲ γλύτωσεις ἀπὸ τὰ βάσανα». Μὰ ποιὸς ἀπό μας γυρεύει βοήθεια ἀπὸ τὴν Παναγία, ἀπὸ τὸν Χριστὸ κι᾿ ἀπὸ τοὺς ἁγίους; Γυρεύουμε βoήθεια ἀπὸ τὸ κάθε τί, παρεκτῶς ἀπὸ τὸ Θεό. Ἀλλὰ τί βοήθεια μποροῦνε νὰ δώσουνε στὸν ἄνθρωπο τὰ εἴδωλα τὰ λεγόμενα «ἐπιστήμη» καὶ «τέχνη»; Ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ ἀναχωρητὴς λέγει: «Σ᾿ ὅλους τοὺς δρόμους ποὺ πορεύονται οἱ ἄνθρωποι σὲ τοῦτον τὸν κόσμο δὲv βρίσκουνε σὲ κανένα τὴν εἰρήνη, ὡς ποὺ vα σιμώσουμε στὴν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ. Μὰ ἀλλοίμονο οἱ πιὸ πολλοὶ ἄvθρωποι εἶναι «οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα» ὅπως λέγει ὁ Παῦλος. Ὅποιος δὲν ἔχει τὴν πίστη μέσα στὴν καρδιά του, τί ἐλπίδα μπορεῖ νἄχει; Ὅπου ν᾿ ἀκουμπήσει ὅλα εἶναι σάπια. Γι᾿ αὐτὸ κι᾿ ὁ ὑμνογράφος ποὺ εἴπαμε, λέγει στὴν Παναγία: «Ἀπορήσας ἐκ πάντων, ὀδυνηρῶς κράζω σοι· πρόφθασον, θερμὴ προστασία, καὶ τὴν βοήθειαν δός μοι τῷ δούλῳ σου τῷ ταπεινῷ καὶ ἀθλίω». «Ὅλα, λέγει τὰ δοκίμασα, μὰ κανένα πράγμα δὲ μπόρεσε vα μὲ ξαλαφρώσει. Γιὰ τοῦτο φωνάζω Ἐσένα μὲ θρῆνο πικρόν, καὶ λέγω: Πρόφταξε καὶ δόσε τὴ βοήθειά σου σὲ μένα τὸν ταπεινὸ κι᾿ ἄθλιο δοῦλο σου».
Ἡ Παναγία εἶναι ἡ ἐλπίδα τῶν ἀπελπισμένων, ἡ χαρὰ τῶν πικραμένων, τὸ ραβδὶ τῶν τυφλῶν, ἡ ἄγκυρα τῶν θαλασσοδαρμένων, ἡ μάνα τῶν ὀρφανεμένων. Ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ εἶναι πονεμένη θρησκεία, ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς καρφώθηκε ἀπάνω στὸ ξύλο: κ᾿ ἡ μητέρα του ἡ Παναγία πέρασε κάθε λύπη σὲ τοῦτον τὸν κόσμο. Γι᾿ αὐτὸ καταφεύγουμε σὲ Κεiνη ποὺ τὴν εἴπανε οἱ πατεράδες μας: «Καταφυγή»,«Σκέπη τοῦ κόσμου», «Γοργοεπήκοο», «Γρηγοροῦσα»,«Ὀξεία ἀντίληψη»,«Ἐλεοῦσα», «Ὁδηγήτρια», «Παρηγορίτισσα» καὶ χίλια ἄλλα ὀνόματα, ποὺ δὲν βγήκανε ἔτσι ἁπλὰ ἀπὸ τὰ στόματα, ἀλλὰ ἀπὸ τὶς καρδιὲς ποὺ πιστεύανε καὶ ποὺ πονούσανε. Μονάχα στὴν Ἑλλάδα προσκυνιέται ἡ Παναγία μὲ τὸν πρεπούμενο τρόπο ἤγουν μὲ δάκρυα μὲ πόνο καὶ μὲ ταπεινὴ ἀγάπη. Γιατὶ ἡ Ἑλλάδα εἶναι τόπος πονεμένος, χαροκαμένος, βασανισμένος ἀπὸ κάθε λογῆς βάσανο. Κι᾿ ἀπὸ τούτη τὴν αἰτία τὸ ἔθνος μας στὰ σκληρὰ τὰ χρόνια βρίσκει παρηγοριὰ καὶ στήριγμα στὰ ἁγιασμένα μυστήρια της ὀρθόδοξης θρησκείας μας, καὶ παραπάνω ἀπὸ ὅλα στὸ Σταυρωμένο τὸ Χριστὸ καὶ στὴ χαροκαμένη μητέρα του, ποὺ πέρασε τὴν καρδιά της σπαθὶ δίκοπο. Σὲ ἄλλες χῶρες τραγουδᾶνε τὴν Παναγία μὲ τραγούδια κοσμικά, σὰν νἆναι καμιὰ φιληνάδα τους, μὰ ἐμεῖς τὴν ὑμνολογοῦμε μὲ κατάνυξη βαθειά, θαρρετὰ μὰ μὲ συστολή, μὲ ἀγάπη μὰ καὶ μὲ σέβας,σὰν μητέρα μας μὰ καὶ σὰν μητέρα τοῦ Θεοῦ μας. Ἀνοίγουμε τὴν καρδιά μας νὰ τὴ δεῖ τί ἔχει μέσα καὶ νὰ μᾶς συμπονέσει. Ἡ Παναγία εἶναι ἡ πικραμένη χαρὰ τῆς Ὀρθοδοξίας, «τὸ χαροποιὸν πένθος», «ἡ χαρμολύπη» μας, «ὁ ποταμὸς ὁ γλυκερὸς τοῦ ἐλέους», «ὁ χρυσοπλοκώτατος πύργος καὶ ἡ δωδεκάτειχος πόλις». Ἡ ὑμνωδία τῆς ἐκκλησίας μας εἶναι ἕνας παράδεισος, ἕνα μυστικὸ περιβόλι ποὺ μοσκοβολᾶ ἀπὸ λογῆς-λογῆς μυρίπνοα ἄνθη, καὶ τὰ πιὸ μυρουδικά, τὰ πιὸ ἐξαίσια, εἶναι ἀφιερωμένα στὴν Παναγία. Ὅλος ὁ κόσμος θλίβεται μαζί της καὶ μαζί της χαίρεται μὲ μία χαρὰ πνευματική:«Ἐπὶ Σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις, ἀγγέλων τὸ σύστημα καὶ ἀνθρώπων τὸ γένος, ἡγιασμένε ναὲ καὶ παράδεισε λογικέ, παρθενικὸν καύχημα, ἐξ ἧς Θεὸς ἐσαρκώθη καὶ παιδίον γέγονεν ὁ πρὸ αἰώνων ὑπάρχων Θεὸς ἡμῶν». Ἀπορεῖς τί νὰ πρωτοδιαλέξεις ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν ὑμνολογία τῆς Θεοτόκου! Θαρρεῖς πῶς ὁ ἀγέρας, τὰ βουνά, οἱ θάλασσες τῆς Ἑλλάδας, τὰ χωριὰ οἱ πολιτεῖες, γεμίσαvε εὐωδία πνευματικὴ ἀπ᾿ αὐτὸ «τὸ χρυσοῦν θυμιατήριον», ἀπ᾿ αὐτὴ «τὴν μανναδόχον στάμνον ποὺ ἔχει μέσα «μύρον τὸ ἀκένωτον». Οἱ γυναῖκες μας εἶναι στολισμένες μὲ τὄνομά της, τὰ βουνά μας, οἱ κάμποι, τὰ νησιά, τ᾿ ἀκροθαλάσσια εἶναι ἁγιασμένα ἀπὸ τὰ ξωκκλήσια της, τὰ καράβια μας ἔχουν γραμμένο ἀπάνω στὴ μάσκα καὶ στὴν πρύμη τὸ γλυκύτατο τόνομά της. Ἀληθινὰ στὴν Ἑλλάδα μας «ἐπὶ Σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις», «Γιὰ Σένα, χαίρεται ὅλη ἡ πλάση. Σήμερα ποὺ κοιμήθηκες, θαρεῖς πὼς ἡ χαρὰ γίνηκε πιὸ μεγάλη, ἡ θλίψη ἄλλαξε σὲ ἀγαλλίαση, ἡ ἐλπίδα ζωήρεψε ἀντὶ νὰ ἀποσκιάσει καὶ πλημμύρησε τὶς καρδιές μας.
Σήμερα τ᾿ ἀγέρι φυσᾶ γλυκύτερα στὰ κουρασμένα πρόσωπά μας, τὰ δέντρα σὰν νὰ γενήκανε πιὸ χλωρά, τ᾿ αὐγουστιάτικο κύμα σὰν νὰ ἀρμενίζει πιὸ δροσερὸ μέσα στὸ πέλαγο καὶ ἀφρίζει φουσκωμένο ἀπὸ χαρὰ μεγάλη, τὸ κάθε τί πανήγυριζει κι᾿ ἀγάλλεται... Ὤ! Τί θάνατος λοιπὸν εἶναι αὐτός, ποὺ γέμισε τὴν οἰκουμένη καὶ τὶς καρδές μας μὲ τὴ χαρὰ τῆς ἀθανασίας! Καὶ καλώτατα ψέλνει ὁ ὑμνωδὸς σήμερα: «Ἐν τῇ γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε. Μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν». Ἀληθινὰ λέγει καὶ σ᾿ ἕνα ἄλλο τροπάρι: «Τῇ ἀθανάτῳ σου κοιμήσει, Θεοτόκε, μῆτερ τῆς ζωῆς...».
Ἀλλὰ τὸ ξαναλέγω. Τί νὰ πεῖ κανένας πρῶτα καὶ τί ὕστερα, ἀπὸ τὰ τόσα πνευματικὰ ὑμνολογήματα ποὺ προσφέρανε οἱ ὀρθόδοξες καρδιὲς στὴν Παναγία, στὸ «Ῥόδον τὸ ἀμάραντον», ποὺ μοσκοβόλησε καὶ ἅγιασε τὴν καταβασανισμένη τὴν Ἑλλάδα! Τὴν ὑμνολογήσανε μὲ τὰ λόγια, μὲ τὴν ψαλμωδία, μὲ τὴ ζωγραφική, μὲ τὸ σκαλισμένο ξύλο, μὲ τ᾿ ἀσήμι, μὲ τὸ μάλαμα, μὲ τὸ κηρομάστιχο, μὲ κάθε τίμιο κι᾿ ἁγιασμέvο πράγμα ποὺ μπορεῖ νὰ χρησιμέψει στὸν ἄνθρωπο γιὰ vα μπορέσει vα δείξει τὴν ἀγάπη του, τὸ σέβας του, τὴ χαρά του, τὴν πίκρα του, κι᾿ ὅτι ἄλλο ἁγνὸ αἴσθημα ἔχει μέσα στὰ φύλλα τῆς καρδιᾶς του. Τὸ νὰ πιάσει κανένας νὰ τὰ ἱστορήσει καταλεπτῶς, θὰ ἤτανε σὰν νάθελε vα μετρήσει τὸν ἄμμο τῆς θάλασσας; Γιὰ τοῦτο ἀνθολογᾶμε λιγοστὰ λουλούδια ἀπὸ τῆς ὑμνωδίας τὸ ἁγιόκλημα «εἰς ὀσμὴν εὐωδίας πνευματικῆς».
Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα ἂς μεταγράψουμε λίγα λόγια ἀπὸ τὶς Καταβασίες τοῦ Ἀκαθίστου ὕμνου «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου», ποὺ εἶναι τὸ βυζαντινώτατο, ὅλη ἡ Κωνσταντιούπολη πνευματικὰ πανηγυρίζουσα. Στοχασθεῖτε καλὰ ἐκείνη τὴν ἐξαίσια γ´ ᾠδὴ ποὺ λέγει: «Τοὺς σοὺς ὑμνολόγους Θεοτόκε, ὡς ζῶσα καὶ ἄφθονος πηγή, θίασον συγκροτήσαντας πνευματικόν, στερέωσον καὶ ἐν τῇ θείᾳ δόξῃ σου στεφάνων δόξης ἀξίωσον».
Οὐράνια ἀπηχήματα!: «Τοὺς ὑμνολόγους σου, Θεοτόκε, ποὺ συγκροτήσανε ἕναν πνευματικὸ θίασο, στερέωσέ τους, Ἐσὺ ποὺ εἶσαι ζωντανὴ ὡς ἄφθονη πηγή. Καὶ μὲ τὴ θεία δόξα σου, ἀξίωσέ τους νὰ φοσέσουνε τῆς δόξας τὰ στέφανα», Ἀμὴ ἡ θ´ ᾠδὴ ποὺ λέγει: «Ἅπας γηγενὴς σκιρτάτω τῷ πνεύματι λαμπαδουχούμενος· πανηγυριζέτω δὲ ἀΰλων νόων φύσις, γεραίρουσα τὰ ἱερὰ θαυμάσια τῆς θεομήτορος, καὶ βοάτω, Χαίροις, παμμακάριστε Θεοτόκε, ἁγνή, ἀειπάρθενε». Ἀμὴ ἐκείvα τὰ πανηγυρικὰ αὐτόμελα ποὺ ψέλνουνε στὸν ἑσπερινὸ τῆς Κοιμήσεως, μὲ μέλος θριαμβευτικὸ καὶ μὲ πνευματικὴ μεγαλοπρέπεια! Ποιὸς χριστιανὸς Πίνδαρος τὰ σύνθεσε, Πίνδαρος ἁγιασμένος! «Ὢ τοῦ παραδόξου θαύματος! ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς ἐν μνημείῳ τίθεται, καὶ κλίμαξ πρὸς oυραvὸv ὁ τάφος γίνεται! Εὐφραίνου Γεθσημανή, τῆς Θεοτόκου τὸ ἅγιον τέμενος. Βοήσωμεν οἱ πιστοί, τὸν Γαβριὴλ κεκτημένοι ταξίαρχον: Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μετά σου ὁ Κύριος, ὁ παρέχων τῷ κόσμῳ διὰ σοῦ τὸ μέγα ἔλεος.» Ποταμὸς μέγας καὶ βουερὸς ἀναβρύζει καὶ μᾶς δροσίζει, καὶ πίνουνε νερὸ δροσερὸ ψυχὲς ξερὲς καὶ διψασμένες! Κύτταξε πάθος καὶ μεράκι ποὺ ξελοχίζει ἀπὸ καιγόμενη καρδιά! Ὁ ὑμνωδός, ἀντὶ νὰ κλάψει γιὰ τὴν Παναγία ποὺ εἶναι μπροστά του ξαπλωμένη ἀπάνω στὴν κλίνη της, τυλιγμένη μὲ τὸ μαφόρι της μὲ κλεισμένα τὰ μάτια της ποὺ δίνανε παρηγοριὰ στὴν ἀνθρωπότητα, μὲ σταυρωμένα τὰ ἄχραντα χέρια της, ποὺ βαστάξανε τὸν Χριστὸ καὶ τὸν ἀναθρέψανε, πεθαμένη σὰν τὸν κάθε ἄνθρωπο, ἀντὶς λέγω νὰ κλάψει, ἀφοῦ πρῶτα ἀπορεῖ πῶς ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς κείτεται στὸ μνῆμα, μονομιᾶς κράζει μὲ δάκρυα στὰ μάτια, πλὴν δάκρυα χαρᾶς: «Εὐφραίνου Γεθσημανή, ποὺ ἔχεις θησαυρισμένο τὸ ἅγιο σκήνωμα τῆς Θεοτόκου.» Κ᾿ ὕστερα στρέφει στοὺς χριστιανοὺς ποὺ εἶναι μέσα στὴν ἐκκλησία καὶ τοὺς λέγει μὲ τὸν ἴδιο πνευματικὸ οἶστρο. «Ἂς κράξουμε ὅλοι μαζὶ στὴν Παναγία, ἔχοντας γιὰ πρωτοψάλτη τὸν ἀρχάγγελο Γαβριήλ, ποὺ τὴ χαιρέτισε μὲ τὰ ἴδια λόγια κατὰ τὴ χαρoύμενη, μέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ κι᾿ ἂς ποῦμε: «Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μαζί σου εἶναι ὁ Κύριος, ποὺ δωρίζει στὸν κόσμο μὲ ἐσένα, τὸ μέγα ἔλεος». Θάνατος δὲν ὑπάρχει ἐδῶ πέρα ποῦ εἶναι ἡ μητέρα τῆς Ζωῆς; Κι᾿ οὔτε μοιρολόγια καὶ ξόδια θρηνητερά, παρὰ χαρὰ ἀνεκλάλητη, γάμος πνευματικός, τράπεζα ἁγιασμένη ποὺ ἔχει ἀπιθωμένον ἀπάνω της τὸν ἄρτο τῆς ζωῆς καὶ τὸ κρασὶ τῆς ἀθανασίας, καὶ πίνουνὲ οἱ χριστιανοὶ καὶ μεθᾶνε ἕνα μεθύσι ἅγιο, ἁγνό, ἄμωμο καὶ δὲν βρίσκονται πιὰ μπροστὰ σἕνα λείψανο ποὺ τὸ κηδεύουνε, ἀλλὰ βρίσκονται στὴ Ναζαρέτ, στὸ σπίτι τὸ χαρούμενο καὶ τὸ μοσκοβολημένο ἀπὸ τὴν παρθενικὴ εὐωδία τῆς Παναγίας, τότε ποὺ ἤτανε δεκάξη χρονῶν, κατὰ κείνη τὴν ἡμέρα πὤγινε ὁ Εὐαγγελισμός, καὶ κράζουνε γηθόσυνα οἱ λιγόζωοι οἱ ἄνθρωποι σὰ νάναι ἀθάνατοι, μαζὶ μὲ τὸν ἀρχάγγελο Γαβριήλ: «Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μετὰ σοῦ ὁ Κύριος!» Ἡ Κοίμησις γίνεται Εὐαγγελισμός, ἡ θλίψη μεταλλάζεται σὲ χαρά!
Ναί, Δὲν ὑπάρχει ἀληθινὴ χαρά, παρὰ μονάχα στὸ Χριστὸ κι᾿ αὐτὴ ἡ χαρὰ εἶναι ἕνα ἀμάραντο λουλούδι, πὤχει τὴ ρίζα του στὸν πόνο. Οἱ ἄλλες οἱ χαρὲς εἶναι χαρὲς ψεύτικες, χωρὶς ρίζα. «Ἡ γυνὴ ὅταν τίκτῃ, λύπην ἔχει, ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα αὐτῆς. Ὅταν δὲ γεννήσῃ τὸ παιδίον, οὐκέτι μνημονεύει τῆς θλίψεως, διὰ τὴν χαρὰν ὅτι ἐγεννήθη ἄνθρωπος εἰς τὸν κόσμον. Καὶ ὑμεῖς οὖν λύπην μὲν νῦν ἔχετε· πάλιν δὲ ὄψομαι ὑμᾶς, καὶ χαρήσεται ὑμῶν ἡ καρδία καὶ τὴν χαρὰν ὑμῶν οὐδεὶς αἴρει ἀφ᾿ ὑμῶν». Τὰ μάτια μου εἶναι θολωμένα ἀπὸ τὰ δάκρυα τώρα ποὺ γράφω αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ μας. Αὐτὰ τὰ λίγα λόγια τὰ φύλαξε ἡ ἀνθρωπότητα στὴν καρδιά της καὶ μ᾿ αὐτὰ κλαίγει καὶ μ᾿ αὐτὰ χαίρεται. Αὐτὰ τὰ λόγια γενήκανε θεμέλιο τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ μεταλλαχτήκανε σὲ λογῆς-λογῆς ἁγιασμένα αἰσθήματα καὶ βγήκανε ἀπὸ τὶς καιόμενες καρδιὲς τῶν ἁγίων ἀνθρώτων καὶ εὐωδιάσανε τὸν κόσμο. Ἀπὸ τὸν ἕναν γινήκανε ὕμνοι, ἀπὸ τὸν ἄλλον εἰκονίσματα, σὲ ἄλλον γινήκανε προσευχή, σὲ ἄλλον ψαλμός, σὲ ἄλλον ἐκκλησιὰ μὲ κουμπέδες καὶ μὲ ἁγιατράπεζα, σὲ ἄλλον θυσία τοῦ μάταιου κόσμου καὶ βουβὴ κατάνυξη. Αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ σταθήκανε πηγὴ καὶ ἔμπνευση καὶ γιὰ τὸ θρηνητικὸ ἀηδόνι τῆς ἔρημος, θέλω νὰ πῶ γιὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, σὲ ὅσα ἔγραψε γιὰ τὸ «Χαροποιὸν πένθος»: «Ὅποιος κλαίγει, λέγει αὐτὸς ὁ ἅγιος, καὶ πικραίνεται γιὰ τὸν Θεό, ἐκεῖνος ἀξιώνεται νὰ δεῖ

Η ζωή μας: Δρόμος πτώσεων και αναστάσεων.


Όλοι οι άνθρωποι, άλλοι λιγότερο και άλλοι περισσότερο, διακατεχόμαστε από πάθη. Μερικά πάθη είναι φανερά και άλλα κρυφά. Συνήθως κατακρίνονται πολύ αυστηρά οι άνθρωποι που πέφτουν σε κάποιο φανερό πάθος ενώ μπορεί το κρυφό πάθος των κατηγόρων τους να είναι μεγαλύτερο.
Γι’ αυτό «μη κρίνουμε κατ’ όψιν», μην κρίνουμε δηλαδή τους άλλους απ’ αυτό που φαίνονται. Διότι μπορεί κάποιος να πράττει κάποια αμαρτία φανερά αλλά να έχει μετάνοια κρυφή, αλλά και το αντίθετο, μπορεί κάποιος να φαίνεται ευσεβής και ηθικός ενώ στα κρυφά να πέφτει σε μεγάλα αμαρτήματα.
Δεν πρέπει να ντρεπόμαστε να ομολογήσουμε το πάθος, διότι δεν ντρεπόμασταν όταν το κάναμε.Ο διάβολος έχει διαστρέψει μέσα μας ακόμα και την ντροπή. Δηλαδή, ντρεπόμαστε να ομολογήσουμε την αμαρτία μας αλλά δεν ντρεπόμαστε να την κάνουμε και να την ξανακάνουμε.
Καλύτερα λοιπόν να χρησιμοποιούμε την ντροπή ώστε να αποφεύγουμε κάποια αμαρτία και όχι να ντρεπόμαστε αφού πέσουμε στην αμαρτία.
Το να ζητήσεις βοήθεια όχι μόνο δεν είναι κακό αλλά αντιθέτως είναι και θεάρεστο. Γι’ αυτό λέγει και η Εκκλησία «Ουαί το ενί…»  δηλαδή αλλοίμονο σε αυτόν που μένει μόνος του, κλεισμένος στον εαυτό του και δεν συμβουλεύεται κανέναν. 
Σε μερικά πάθη οι άνθρωποι χρειάζονται βοήθεια για να απεξαρτοποιηθούν, όπως π.χ. ο αλκοολισμός ή ο εθισμός σε ναρκωτικές ουσίες. Όμως σε όλες αυτές τις καταστάσεις εκτός από την επιστημονική-ιατρική βοήθεια που καλό θα ήταν να επιζητούν τα συγκεκριμένα πάσχοντα άτομα χρειάζεται και πολύ προσευχή. 
Η βοήθεια που μπορούν να μας παρέχουν οι άνθρωποι είναι επιθυμητή όμως η βοήθεια μας παρέχει η Χάρις του Θεού είναι σωτηριώδης.
Τα πάθη, είτε μικρά είτε μεγάλα, είτε φανερά, είτε κρυφά, είναι πληγές στην ψυχοσωματική ύπαρξη του κάθε ανθρώπου. Η Εκκλησία είναι το πνευματικό νοσοκομείο που θα διαγνώσει, θα περιποιηθεί και θα γιατρέψει αυτές τις πληγές που αρρωσταίνουν όχι μόνο την ψυχή αλλά και το σώμα.
Η συνειδητοποίηση του προβλήματος, του πάθους, της κακιάς συνήθειας, της εγωκεντρικής στάσης μας, είναι η αρχή του αγώνος μας για την θεραπεία μας. Και επειδή "η αρχή είναι το ήμισυ του παντός" θα πρέπει όλοι μας να έχουμε την διάθεση για διόρθωση, να έχουμε διάθεση να δούμε ειλικρινά την ζωή μας και τα λάθη μας και να προσπαθήσουμε με φιλότιμο και αυταπάρνηση να τα μεταμορφώσουμε από πάθη σε αρετές.
Όλα τα πάθη είναι βλαβερά, όμως ειδικά τα πάθη που επηρεάζουν και τους γύρω μας θα πρέπει να αντιμετωπίζονται άμεσα και αποτελεσματικά, διότι όχι μόνο  κάνουν κακό στον εαυτό μας αλλά έχουν και βλαβερό αντίκτυπο και στους συνανθρώπους μας.
Ο άνθρωπος ναι μεν έχει κληρονομήσει (λόγω την πτώσης των πρωτοπλάστων) την ροπή προς την αμαρτία από την άλλη όμως η ψυχή μας έχει «σημαινομένας πνευματικάς διαθέσεις» δηλαδή η ψυχή μας έχει την τάση προς τα πνευματικά.
Και αυτό το λέγω διότι δεν μπορούμε από την μια να δικαιολογούμε την πτώση μας στην αμαρτία λέγοντας «είναι ανθρώπινο να πέσεις…» διότι το ίδιο θα πρέπει να λέμε και για την προκοπή στην αρετή. Ο άνθρωπος δεν δημιουργήθηκε για να πέφτει στην αμαρτία αλλά για να οδηγηθεί δια των ελεύθερων επιλογών του (κατ’ εικόνα) στην Σωτηρία, δηλαδή στην ολοκλήρωσή του (καθ’ ομοίωσιν).
Η επίγεια ζωή μας δεν είναι μόνο ήλιος ή βροχή, δεν είναι μόνο άσπρο ή μαύρο, αλλά ένας διαρκείς αγώνας μέσα σε χειμώνες και καλοκαίρια μέσα σε πτώσεις και αναστάσεις.
Η χριστιανική ζωή δεν είναι εύκολη. Η ζωή προς την εν Χριστώ τελείωση δεν είναι εύκολη. Όμως εάν συνειδητοποιήσεις ότι στο τέλος θα σου χαριστεί το δώρο της Αιωνιότητος, τότε καταλαβαίνεις ότι όλα τα «δύσκολα» που σου ζητήθηκαν ήταν μηδαμινά μπροστά σε αυτά που θα πάρεις…συνειδητοποιείς ότι θυσίες που κάνεις είναι για το συμφέρον σου αλλά συγχρόνως και τα ελάχιστα που μπορείς να προσφέρεις στον Κύριο σαν αντίδωρο, στο δώρο της Βασιλείας Του.
Καθώς μία ημέρα φεύγει και ο ήλιος δύει και χάνεται, κανείς μας δεν θεωρεί ότι ο ήλιος χάθηκε για πάντα, έχουμε στο μυαλό μας ότι θα ξανάρθει σε λίγε ώρες. Έτσι λοιπόν θα πρέπει να αντιλαμβανόμαστε και τις κακές μας στιγμές σ' αυτήν την ζωή.
Πάντοτε να ελπίζουμε και ποτέ να μην θεωρούμε ότι χάθηκαν τα πάντα από μία πτώση μας ή γενικότερα από κάτι "κακό" που συνέβει στην ζωή μας. 
Να έχουμε το νού μας ότι σε λίγο θα ανατείλει το ζωογόνο φώς της προσωπικής μας ανάστασης...αρκεί να κοιτούμε προς την ανατολή της ζωής μας, αρκεί να επιζητούμε το Φως.

Απολυτίκιο Αγ. Τίτου - 2 ΑΠΡΙΛΙΟΥ

Δευτέρα 31 Μαρτίου 2014

Οι αρετές του χώρου της καρδιάς- Η συγχώρηση



…Η πρώτη αρετή σχετίζεται με το άνοιγμα της καρδιάς μας, την αύξηση της χωρητικότητάς της. Είναι ανάγκη να χωρούν μέσα μας οι άλλοι, να χωρούν τα ελαττώματά τους, να χωρούν τα όσα έχουν κάνει εις βάρος μας, ακόμη και οι δικαιολογίες τους, έστω κι αν δεν μας φαίνονται και τόσο επαρκείς ή αληθινές. Να μπορεί να χωρέσει κάθε αδυναμία τους. Να μπορεί να χωρέσει η ενοχλητικότητά τους, η αδυναμία μας να τους καταλάβουμε και η δυσκολία που φυσικά μας προκαλούν.
Κάνουμε τόση πάλη πολλές φορές να δεχθούμε τους άλλους όπως είναι! Διότι έχουμε την απαίτηση να είναι όπως εμείς θέλουμε . Αυτό όμως δεν γίνεται. Κάτι κακό μας κάνουν συνειδητά ή ασυνείδητα. Κάποια παράξενη συνήθεια έχουν. Ενδεχομένως κάποιους τρόπους διαφορετικής αγωγής από τους δικούς μας ,κάποιες εξωτερικές συνήθειες που δεν μας ταιριάζουν, κάποιες αδυναμίες, κάποιες εκφράσεις της πεπτωκυίας , της περασμένης αμαρτωλής φύσης του ανθρώπου έχουν κι αυτοί, όπως αναντίρρητα έχουμε κι εμείς. Μας καλεί λοιπόν ο Θεός να ανοίξουμε την καρδιά μας και να βάλουμε μέσα τους συνανθρώπους μας όπως είναι, να τους αγαπήσουμε σαν αδελφούς μας. Τα αδέλφια δεν αγαπιούνται γιατί είναι καλά. Αγαπιούνται γιατί είναι αδέλφια ,μέτοχοι της ίδιας φύσεως , των ίδιων χαρακτηριστικών , της ίδιας κληρονομικότητας. Κι εμείς έχουμε την ίδια κληρονομικότητα ,έχουμε τις ίδιες αμαρτίες, τα ίδια χαρακτηριστικά της σφραγίδας του πεσμένου ανθρώπου. Αλλά έχουμε επίσης τα ίδια χαρακτηριστικά που μας δίνει η κολυμβήθρα του αγίου Βαπτίσματος. Τα χαρακτηριστικά της δυνατότητος να προσέλθουμε και να προσεγγίσουμε τη Χάρι του Θεού. Μας προτρέπει λοιπόν και η Εκκλησία, πριν αρχίσουμε τον αγώνα, πριν προσέλθουμε στα μυστήρια, πριν γευθούμε τη χαρά της Αναστάσεως, πριν κάνουμε οποιοδήποτε άλλο βήμα, να ανοίξουμε την καρδιά μας και να βάλουμε μέσα τους αδελφούς μας. Να ξεχάσουμε αυτά που μας έχουν κάνει, να αφήσουμε κάθε πικρία, να σβήσουμε κάθε αρνητικό απόηχο από την καρδιά μας.
Το πρώτο βήμα, συνεπώς, και η πρώτη αρετή είναι αυτή που όλοι ξέρουμε πόσο εύκολη είναι στον ορισμό της και πόσο δύσκολη στη πρακτική της˙ είναι η αρετή της συγχωρήσεως. Πρέπει να αγιάσουμε τον χώρο. Και για να γίνει αυτό, πρέπει να αγιάσουμε τον δικό μας καρδιακό χώρο, τον χώρο της ανθρώπινης υποστάσεώς μας˙ αυτόν, που ενώ είναι προορισμένος να λειτουργεί ως χώρος του προσώπου μας, στον οποίον να εκφράζεται και να αναπαύεται ο Θεός, συνήθως παρουσιάζεται ως χώρος του εγώ μας, ο οποίος κυριαρχείται από τα πάθη της φιλαυτίας μας. Το πρώτο βήμα για να αγιασθεί ο χώρος της ψυχής μας είναι να δεχθούμε τους άλλους μέσα μας…