Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2014
Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014
Οι άνθρωποι της "ευσέβειας" και όχι της αγάπης!
Είναι ο γείτονας που θα σε βρίσει, η μάνα που δε θα σε αγκαλιάσει, μα θα σου κουνά τον δείκτη του χεριού της. Είναι ο πιστός που θα οδηγήσει τον παπά να γίνει υποκριτής ενώπιον Θεού και ανθρώπων για να μη τον σκανδαλίσει. Είναι αίρεση σας λέω! Θέλει τη ζωή σου. Θέλει να σου κάνει κουμάντο. Να το παίξει θεός. Σαν τον διάβολο μοιάζει ο ευσεβιστής! Δεν αποδέχεται το θέλημα του Θεού που σε έπλασε αυτεξούσιο. Θέλει να πάρει τη θέση του Θεού, για αυτό θα πέσει και θα ταπεινωθεί.
Πως θα τον καταλάβεις; Όταν θα σου κάνει έλεγχο σε κάθε πτυχή της ζωής σου. Όταν θα σου μιλά φοβικά γιατί προσπαθεί μέσα από εσένα να καλύψει τον δικό του φόβο. Όταν δε θα τρέξει στη δύσκολη στιγμή να σε βοηθήσει. Όταν δε θα βουτήξει στη φωτιά να σε σώσει. Ο φιλεύσπλαχνος Χριστός όμως Σταυρώθηκε για εμάς! Δέχτηκε τους χλευασμούς, τα χαστούκια, τα φτυσίματα. Διαβεβαίωσε πως Εκείνος είναι το Φως που θα μας βγάλει από το σκοτάδι. Πως στο πρόσωπο του φαίνεται ο Πατήρ. Πως όπου Εκείνος εκεί και ο Πατήρ και το Άγιο Πνεύμα. Πως όποιος τον ακολουθήσει θα σωθεί. Παρότρυνε! Δε πίεσε ποτέ. Αντιθέτως Σταυρώθηκε!!!!
Αδέλφια μου η αληθινή πίστη στον Χριστό, μας ωθεί να τον βιώσουμε! Η ζωή μας ας φανερώνει Χριστό. Γνώρισμα του Θεού η αληθινή αγάπη «ὁ Θεὸς ἀγάπηἐστίν» και όχι η αγάπη θεός. Ας αφήσουμε λοιπόν την αγάπη του Θεού να ξεχειλίσει μέσα μας. Να μας μεταμορφώσει. « Εντολή καινούργια σας δίνω: να αγαπάτε ο ένας τον άλλο. Καθώς αγάπησα εσάς, έτσι κι εσείς να αγαπάτε ο ένας τον άλλο. Με αυτό θα γνωρίσουν όλοι ότι είστε δικοί μου μαθητές, αν αγάπη έχετε ο ένας για τον άλλο».(Ιωαν.15.9-11) «Αγαπητοί, ας αγαπούμε ο ένας τον άλλο, γιατί η αγάπη είναι από το Θεό, και καθένας που αγαπά έχει γεννηθεί από το Θεό και γνωρίζει το Θεό. Όποιος δεν αγαπά δε γνώρισε το Θεό, γιατί ο Θεός είναι αγάπη.
Με αυτό φανερώθηκε η αγάπη του Θεού σ’ εμάς: με το ότι ο Θεός έχει αποστείλει στον κόσμο τον Υιό του το μονογενή, για να ζήσουμε μέσω αυτού. Σ’ αυτό συνίσταται η αγάπη: όχι στο ότι εμείς έχουμε αγαπήσει το Θεό, αλλά στο ότι αυτός μας αγάπησε και απέστειλε τον Υιό του ως ιλασμό για τις αμαρτίες μας. Αγαπητοί, αν ο Θεός έτσι μάς αγάπησε, και εμείς οφείλουμε να αγαπούμε ο ένας τον άλλο. Το Θεό κανείς ποτέ ως τώρα δεν τον έχει παρατηρήσει. αν αγαπούμε ο ένας τον άλλο, ο Θεός μένει μέσα μας και η αγάπη του μέσα μας είναι τελειοποιημένη. Με αυτό γνωρίζουμε ότι μένουμε μέσα του και αυτός μέσα μας: με το ότι από το Πνεύμα του μας έχει δώσει». (Ιωαν.4.7-13)
Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2014
Μία πολύ διδακτική ιστορία: Νύχτα Τσικνοπέμπτης....!
«Πώς αγριεύουν έτσι οι άνθρωποι; Πώς μεμιάς αφήνονται έρμαια στις ροπές καί στίς τάσεις τής φθαρτής ανθρώπινης τους φύσης; Πώς κατάντησε απόψε αυτή η ήσυχη επαρχιακή πόλη; Θαρρείς καί δέν τήν κατοικούν άνθρωποι αλλά ανθρωπόμορφα τέρατα πού άλλος μέ κεφάλι γαιδάρου, άλλος λιονταριού, άλλος πιθήκου τρέχουν νά προλάβουν νά γλεντήσουν, νά μεθύσουν, νά άμαρτήσουν όσο γίνεται περισσότερο. Γιατί απόψε είναι Τσικνοπέμπτη καί γέμισε ή πόλη μασκαράδες. Απόψε κάθε λογικός άνθρωπος δέν ξεμυτίζει από τό σπίτι του».Αυτά σκεφτότανε ό παπα-Θανάσης, καθώς έμπαινε ατό σπίτι του γυρνώντας από τό ναό.
- ’Α, παπαδιά μου, τό κακό παράγινε! Ο Θεός νά μας συγχωρέσει, είπε στή γυναίκα του, μόλις μπήκε μέσα.Εκείνη τόν κοίταξε μέ κατανόηση.
- Ο Θεός νά μας φυλάει, είπε καί άρχισε νά ετοιμάζει τό βραδινό φαγητό.
Στό σπίτι του παπα-Θανάση, περασμένα πιά τά μεσάνυχτα, επικρατεί ησυχία. Τά παιδιά καί ή παπαδιά είχαν ήδη κοιμηθεί κι ό παπα-Θανάσης ετοιμαζότανε καί κείνος νά πάει γιά ύπνο,όταν ακούστηκε τό κουδούνι τής πόρτας. Τινάχτηκε μέσα στόν ύπνο της η παπαδιά καί βρέθηκε δίπλα στόν παπα-Θανάση.
- Μην ανοίγεις τέτοια νύχτα, πάτερ μου! τόν παρακάλεσε φοβισμένη.
- Γιατί φοβάσαι; τήν καθησύχασε εκείνος. Είναι η πρώτη φορά πού μάς κτυποϋν τέτοια ώρα τήν πόρτα; Αφού τό ξέρεις τό σπίτι του Ιερέα διανυκτερεύει κάθε βράδυ.
- Ναι, μά απόψε...
Της χαμογέλασε ό παπα-Θανάσης καί άνοιξε τήν πόρτα.
- Πάτερ μου, μέ συγχωρείτε πού ήρθα τέτοια ώρα, όμως ή μάνα μου πεθαίνει καί ζητά νά έξομολογηθεί καί νά κοινωνήσει.
'Ο άνθρωπος πού στεκόταν μπροστά του, παρόλο πού ήταν άντρας, έτρεμε ολόκληρος κι άφηνε τά δάκρυά του δίχως ντροπή νά τρέχουν.
- Πήγαινε εσύ κοντά της, παιδί μου, καί γώ πάω ώς τήν εκκλησία νά πάρω τή θεία Κοινωνία καί έρχομαι αμέσως.
’Έφυγε ό άντρας αφήνοντας στόν παπα-Θανάση τή διεύθυνσή του.
- Που θά πας, πάτερ μου, μόνος σου τέτοια ώρα, μιά τέτοια νύχτα; Δέ φοβάσαι; Γ ιατί δέν τόν κρατούσες νά πάτε συντροφιά;»
Ή παπαδιά μιλούσε καί κείνος τήν κοίταζε αυστηρά.
Ή παπαδιά μιλούσε καί κείνος τήν κοίταζε αυστηρά.
- Μόνος είπες, παπαδιά, μόνος; Κι ό Κύριος πού θά κουβαλάω στά χέρια μου;’Ά, παπαδιά μου, κάτι σ’ έχει πιάσει απόψε καί δέ μιλάς γνωστικά.
Ντύθηκε ό παπα-Θανάσης καί βγήκε στό δρόμο. Ξέχασε πώς ήταν νύχτα Τσικνοπέμπτης. Δέν τόν άπασχολούσαν καθόλου οί μασκαράδες πού έβλεπε γύρω του.Ένα μόνο τόν απασχολούσε, νά προλάβει νά δώσει τό «φάρμακο τής αθανασίας» στην ετοιμοθάνατη.
Πήρε με δέος στά χέρια του τό Σώμα καί τό Αίμα του Χρίστου καί ξαναβγήκε στό δρόμο. Δέν κοιτούσε ούτε δεξιά ούτε αριστερά. Μόνο έτρεχε νά προλάβει.Σέ μιά στροφή του δρόμου ακούσε γέλια καί φωνές. Κάποιος φώναξε κοροϊδευτικά: «Τήν ευχή σου Δέσποτα!», μά δέν γύρισε νά κοιτάξει. Καί τότε, δέν κατάλαβε πως, βρέθηκε κυκλωμένος από μιά παρέα μασκαράδων, πού προσπαθούσαν νά τόν σταματήσουν.
- Συνάδελφε, που πάμε;
Ένας νεαρός μασκαρεμένος σέ παπά, μέ χνώτο πού μύριζε ποτό, στεκόταν μπροστά του κρατώντας στό χέρι ένα σταυρό. Τα’χασε ό παπα-Θανάσης καί πριν προλάβει νά πει τίποτα, δέχτηκε τήν επίθεση όλου του τσούρμου. Άλλος τόν τραβούσε άπό τά ράσα κι άλλος του έβγαζε τό καλυμμαύχι.
'Ο παπα-Θανάσης έσφιξε στό στήθος του τ’ άχραντα Μυστήρια καί προσπάθησε νά τούς μιλήσει, μά κανένας δέν άκουγε. Κάποιος τότε του τράβηξε τή γενειάδα καί -σάν νά τόν κτύπησε ηλεκτρικό ρεϋμα- άρχισε νά φωνάζει;
- Είναι αληθινός, ρέ, είναι αληθινός!
Ή παρέα κοκκάλωσε στή θέση της κι ό παπα- Θανάσης, μέ τό πρόσωπο μουσκεμένο από τόν ιδρώτα της αγωνίας καί τά δάκρυα του, τούς κοίταξε χωρίς νά μιλα.
- Συγγνώμη, πάτερ! είπε εκείνος που του τράβηξε τή γενειάδα. Νομίζαμε πώς ήσασταν ψεύτικος σάν κι αύτόν καί...
- Σας είδαμε καί τέτοια ώρα έξω καί ήμασταν σίγουροι πώς ήσασταν μασκαρεμένος. Συγχωρέστε μας! είπε ένας άλλος.
- Πάω νά κοινωνήσω μιά ετοιμοθάνατη, παιδιά μου.'Ο θάνατος δέν έχει ώρες κατάλληλες καί ακατάλληλες κι εγώ τρέχω νά τόν προλάβω. Καί σύ, παιδί μου, βγάλε τά ράσα τά τιμημένα. Μην αμαρτάνεις άλλο ρεζιλεύοντάς τα. Είναι πολύ ιερό τό ράσο, γιά νά μασκαρεύεσαι μ’ αυτό. Τραβάτε στά σπίτια σας, παιδιά μου, κι ό Θεός νά σας συγχωρέσει.
Άνοιξε τό βήμα του ό παπα-Θανάσης, γιά νά κερδίσει τό χαμένο χρόνο.Ήταν πικραμένος ώς τά κατάβαθά του. Τόσο πολύ, λοιπόν, χάλασαν σι άνθρωποι, ώστε μασκαρεύονται καί Ιερείς;
- Πάτερ, Πάτερ!
Ή φωνή πού έφτασε στά αυτιά του ήταν γεμάτη αγωνία. Σταμάτησε καί περίμενε. Ένας νεαρός κατακόκκινος από τήν τρεχάλα καί τήν ντροπή έφτασε κοντά του λαχανιασμένος.
- Πάτερ! Είμαι κείνος πού ντύθηκε παπάς. Τό έκανα εντελώς απερίσκεπτα, πάτερ και... καί θέλω νά ’ρθω μαζί σας στό σπίτι της έτοιμοθάνατης. Δέν... δέν θέλω νά σας πάρουν κι άλλοι γιά ψεύτικο...
Ό παπα-Θανάσης του έκανε νόημα νά τόν ακολουθήσει. Στά χέρια του ό νεαρός κρατούσε τό σταυρό πού είχε μαζί του. Μπήκαν στό σπίτι τής ετοιμοθάνατης σιωπηλοί.
- Χαίρομαι, πάτερ, πού βρήκατε καί παπαδάκι καί δέν ήρθατε μόνος, είπε ό αντρας πού τόν είχε καλέσει.
Ό νεαρός ξανακοκκίνησε καί κοίταξε μέ αγωνία τόν παπα-Θανάση.
Ναι, ό Θεός μου τόν έστειλε, είπε εκείνος καί τά λόγια του καρφώθηκαν στήν καρδιά του νεαρού.
- Πάτερ, δέν θά σας εγκαταλείψω ποτέ, έλεγε ό νεαρός λίγη ώρα αργότερα, όταν ό παπα-Θανάσης κλείδωνε τό ναό, αφήνοντας ξανά μεσα τό Σώμα καί τό Αίμα του Χριστού, θά γίνω ό βοηθός σας, τό παπαδάκι σας.’Ίσως έτσι μέ συγχωρήσει ό θεός γιά τήν ιεροσυλία πού έκανα.
-'Αμποτε, παιδί μου, νά τό φορέσεις τό ράσο κι αληθινά, είπε ό παπα-Θανάσης καί τόν ευλόγησε με τά δυό του χέρια, εκείνα πού πριν από λίγο κρατούσαν τόν Ίδιο τόν Κύριο. Καί παράξενο ό παπα-Θανάσης είχε τή σιγουριά πώς αύτό θά γινόταν κάποια μέρα! Καί ακόμα πιό παράξενο τήν ίδια σιγουριά ένιωθε μέσα του κι ό νεαρός…
Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2014
Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2014
Τί εἶναι τὰ Ψυχοσάββατα; Σὲ τί ὠφελοῦν;
Οἱ προσευχὲς γιὰ τοὺς κεκοιμημένους, τοὺς νεκρούς μας(εἴτε στὴ Θεία Λειτουργία, εἴτε στὰ μνημόσυνα, εἴτε στὰ τρισάγια, εἴτε στὰ ψυχοσάββατα) εἶναι ἡ ὑψίστη μορφή ἀγάπης πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς ποὺ δὲν εἶναι πιὰ μαζί μας.
Τὰ Ψυχοσάββατα
Μέσα στὴν ἰδιαίτερη μέριμνά της γιὰ τοὺς κεκοιμημένους ἡ Ἁγία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας ἔχει καθορίσει ξεχωριστὴ ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος γι’ αὐτούς.
Ὅπως ἡ Κυριακὴ εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ἕνα ἑβδομαδιαῖο Πάσχα, ἔτσι τὸ Σάββατο εἶναι ἡ ἡμέρα τῶν κεκοιμημένων, γιὰ νὰ τοὺς μνημονεύουμε καὶ νὰ ἔχουμε κοινωνία μαζί τους. Σὲ κάθε προσευχὴ καὶ ἰδιαίτερα στὶς προσευχὲς τοῦ Σαββάτου ὁ πιστὸς μνημονεύει τοὺς οἰκείους, συγγενεῖς καὶ προσφιλεῖς, ἀκόμη καὶ τοὺς ἐχθρούς του ποὺ ἔφυγαν ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτό, ἀλλὰ ζητᾶ καὶ τὶς προσευχὲς τῆς Ἐκκλησίας γι’ αὐτούς.
Σὲ ἐτήσια βάση ἡ Ἐκκλησία ἔχει καθορίσει δύο Σάββατα, τὰ ὁποία ἀφιερώνει στοὺς κεκοιμημένους της. Εἶναι τά μεγάλα Ψυχοσάββατα• τὸ ἕνα πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακή της Ἀπόκρεω καὶ τὸ ἄλλο πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακή τῆς Πεντηκοστῆς.
Τὸ Ψυχοσάββατο πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακή τῆς Ἀπόκρεω ἔχει τὸ ἑξῆς νόημα: Ἡ ἑπόμενη ἡμέρα εἶναι ἀφιερωμένη στὴ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου, ἐκείνη τὴ φοβερὴ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία ὅλοι θὰ σταθοῦμε μπροστὰ στὸ θρόνο τοῦ μεγάλου Κριτῆ. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ μὲ τὸ Μνημόσυνο τῶν κεκοιμημένων ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ γίνει ἴλεως καὶ νὰ δείξει τὴ συμπάθεια καὶ τὴ μακροθυμία του, ὄχι μόνο σὲ μᾶς ἀλλὰ καὶ στοὺς προαπελθόντας ἀδελφούς, καὶ ὅλους μαζὶ νὰ μᾶς κατατάξει μεταξὺ τῶν υἱῶν τῆς Ἐπουράνιας Βασιλείας Του. Μὲ τὸ δεύτερο Ψυχοσάββατο διατρανώνεται ἡ πίστη μας γιὰ τὴν καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας τὴν ἵδρυση καὶ τὰ γενέθλια (ἐπὶ γὴς) γιορτάζουμε κατὰ τὴν Πεντηκοστή. Μέσα στὴ μία Ἐκκλησία περιλαμβάνεται ἡ στρατευομένη ἐδῶ στὴ γῆ καὶ ἡ θριαμβεύουσα στοὺς οὐρανούς. Κατὰ τὰ δύο μεγάλα Ψυχοσάββατα ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ σὲ μία παγκόσμια ἀνάμνηση «πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσεβῶς ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου». Μνημονεύει:
* Ὅλους ἐκείνους ποὺ ὑπέστησαν «ἄωρον θάνατον», σὲ ξένη γῆ καὶ χώρα, σὲ στεριὰ καὶ σὲ θάλασσα.
* Ἐκείνους ποὺ πέθαναν ἀπὸ λοιμικὴ ἀσθένεια, σὲ πολέμους, σὲ παγετούς, σὲ σεισμοὺς καὶ θεομηνίες.
* Ὅσους κάηκαν ἢ χάθηκαν.
* Ἐκείνους ποὺ ἦταν φτωχοὶ καὶ ἄποροι καὶ δὲν φρόντισε κανεὶς νὰ τοὺς τιμήσει μὲ τὶς ἀνάλογες Ἀκολουθίες καὶ τὰ Μνημόσυνα.
Ὁ Θεὸς δὲν περιορίζεται ἀπὸ τόπο καὶ χρόνο. Γι Αὐτὸν εἶναι γνωστὰ καὶ συνεχῶς παρόντα ὄχι μόνο ὅσα ἐμεῖς ἀντιλαμβανόμαστε στὸ παρόν, ἀλλὰ καὶ τὰ παρελθόντα καὶ τὰ μέλλοντα. Τὸ διατυπώνει λυρικότατα μία προσευχὴ τῆς Ἀκολουθίας τῆς θείας Μεταλήψεως, ποὺ ἀποδίδεται στὸν ἅγιο Ἰωάννη Δαμασκηνὸ ἡ στὸν ἅγιο Συμεὼν τὸν νέο θεολόγο:
«Ἐπὶ τὸ βιβλίον δέ σου καὶ τὰ μήπω πεπραγμένα γεγραμμένα σοὶ τυγχάνει».
Ὡς αἰώνιος καὶ πανταχοῦ παρὼν ὁ πανάγαθος Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς ἀγκαλιάζει μὲ τὴ θεία του πρόνοια τὸ ἄπειρο σύμπαν καὶ τοὺς ἀτέρμονες αἰῶνες. Ὅλους τους ἀνθρώπους ποὺ ἔζησαν, ζοῦν καὶ θὰ ζήσουν τοὺς νοιάζεται ἡ ἀγάπη τοὺ• «ἡ γὰρ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ συνέχει ἠμᾶς» (Β' Κὸ 5,14).
Μὲ αὐτὴν τὴν πίστη ἀναθέτουμε στὴν ἀγάπη καὶ στὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ «ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους», τοὺς ζωντανοὺς ἀλλὰ καὶ τοὺς κεκοιμημένους μας.
Ἂς δοῦμε τί ἔλεγε γιὰ τὰ μνημόσυνα ὁ μακαριστός π. Παΐσιος (ἀπὸ τὸν Δ’ τόμο, Οἰκογενειακὴ Ζωή,Λόγοι τοῦ π.Παισίου, Ἐκδόσεις Ἡσυχαστήριο Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, Σουρωτή, Θεσσαλονίκη).
- Γέροντα, οἱ ὑπόδικοι νεκροὶ (πλὴν τῶν Ἁγίων) μποροῦν νὰ προσεύχονται;
- Ἔρχονται σὲ συναίσθηση καὶ ζητοῦν βοήθεια, ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ βοηθήσουν τόν εαυτό τους. Ὅσοι βρίσκονται στὸν Ἅδη μόνο ἕνα πράγμα θὰ ἤθελαν ἀπὸ τὸν Χριστό: νὰ ζήσουν πέντε λεπτὰ γιὰ νὰ μετανοήσουν. Ἐμεῖς ποὺ ζοῦμε, ἔχουμε περιθώρια μετανοίας, ἐνῶ οἱ καημένοι οἱ κεκοιμημένοι δὲν μποροῦν πιὰ μόνοι τους νὰ καλυτερεύσουν τὴν θέση τους, ἀλλὰ περιμένουν ἀπὸ ἐμᾶς βοήθεια. Γι’ αὐτὸ ἔχουμε χρέος νὰ τοὺς βοηθοῦμε μὲ τὴν προσευχή μας.
Γιατί, τί νὰ τοὺς κάνει ὁ Θεός; Σὰν ἕνα παιδὶ ποὺ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν πατέρα του, σπαταλάει ὅλη τὴν περιουσία του καὶ ἀπὸ πάνω βρίζει καὶ τὸν πατέρα του. Ε, τί νὰ τὸ κάνει αὐτὸ ὁ πατέρας του; Οἱ ἄλλοι ὅμως οἱ ὑπόδικοι, ποὺ ἔχουν λίγο φιλότιμο, αἰσθάνονται τὴν ἐνοχή τους, μετανοοῦν καὶ ὑποφέρουν γιὰ τὶς ἁμαρτίες. Ζητοῦν νὰ βοηθηθοῦν καὶ βοηθιοῦνται θετικά μέ τίς προσευχές τῶν πιστῶν. Τοὺς δίνει δηλαδὴ ὁ Θεὸς μία εὐκαιρία, τώρα ποὺ εἶναι ὑπόδικοι, νὰ βοηθηθοῦν μέχρι νὰ γίνει ἡ Δευτέρα Παρουσία. Καὶ ὅπως σὲ αὐτὴ τὴ ζωή, ἂν κάποιος εἶναι φίλος μὲ τὸν βασιλιά, μπορεῖ νὰ μεσοαλαβήσει καὶ νὰ βοηθήσει ἕναν ὑπόδικο, ἔτσι κι ἂν εἶναι κανεὶς φίλος μὲ τὸν Θεό, μπορεῖ νὰ μεσολαβήσει στὸ Θεὸ μὲ τὴν προσευχή του καὶ νὰ μεταφέρει τοὺς ὑπόδικους ἀπὸ τὴν μία φυλακὴ σὲ ἄλλη καλύτερη, ἀπὸ τὸ ἕνα κρατητήριο σὲ ἕνα ἄλλο καλύτερο. Ἢ ἀκόμα μπορεῖ νὰ τοὺς μεταφέρει καὶ σὲ ἕνα δωμάτιο ἢ σὲ διαμέρισμα.
Ὅπως ἀνακουφίζουμε τοὺς φυλακισμένους μὲ ἀναψυκτικὰ κλπ ποὺ τοὺς πηγαίνουμε, ἔτσι καὶ τοὺς νεκρούς τους ἀνακουφίζουμε μὲ τὶς προσευχές καί τίς ἐλεημοσύνες ποὺ κάνουμε γιὰ τὴ ψυχή τους.Οἱ προσευχὲς τῶν ζώντων γιὰ τοὺς κεκοιμημένους καὶ τὰ μνημόσυνα εἶναι ἡ τελευταία εὐκαιρία ποὺ δίνει ὁ Θεὸς στοὺς κεκοιμημένους νὰ βοηθηθοῦν,μέχρι νὰ γίνει ἡ τελικὴ Κρίση.Μετὰ τὴν δίκη δὲν θὰ ὑπάρχει δυνατότητα νὰ βοηθηθοῦν….
Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία μᾶς ἔχει τὰ κόλλυβα, τὰ μνημόσυνα. Τὰ μνημόσυνα εἶναι ὁ καλύτερος δικηγόρος γιὰ τὶς ψυχὲς τῶν κεκοιμημένων. Έχουν τὴ δυνατότητα καὶ ἀπὸ τὴν κόλαση νὰ βγάλουν τὴ ψυχή. Κι ἐσεῖς σὲ κάθε Θεία Λειτουργία νὰ διαβάζετε κόλλυβα γιὰ τοὺς κεκοιμημένους. Έχει νόημα τὸ σιτάρι: Σπείρετε ἐν φθορά, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσία (Ἃ' Κορινθ, κὲφ 15, ἒδ 42) (δηλαδὴ συμβολίζει τὸ θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ ἀνθρώπου), λέει ἡ Γραφή…
Ασκητικό πνεύμα: Η έξοδος από τον εγωκεντρικό καταναλωτισμό.
Η συνειδητοποίηση του άσκοπου και μάταιου εγκλωβισμού της ανθρώπινης υπόστασης, μονομερώς, στην φθαρτότητά της, οδηγεί απρόσκοπτα στον περιορισμό της σπάταλης ζωής, στην ολοκληρωτική φυγή και αποξένωση από τη φιλαργυρία, την πλεονεξία, τη φιλοδοξία και τη φιληδονία.
Ο άνθρωπος που στερείται, ευκολότερα, περιστέλλει τα δικά του θελήματα, υποχωρεί και αναγνωρίζει την αξία, αλλά και τα δικαιώματα του συνανθρώπου του (Ρωμ. 12, 10). Αυτός, όμως, που θέτει στόχο της ζωής του την απόκτηση και οικειοποίηση υλικών, μόνο, στοιχείων του κόσμου, χάνει την πνευματική του διάσταση, την προοπτική της αιωνιότητας.
Ο φόβος του βιολογικού θανάτου γίνεται στοιχείο φθοράς του εαυτού του και αφετηρία διάσπασης της κοινωνίας των προσώπων που συναναστρέφεται. Όσο το σώμα τρέφεται αυθαίρετα και απολαμβάνει ασύστολα, τόσο η ψυχή αποδυναμώνεται, αναστατώνεται, υποφέρει γίνεται εγωιστική, απάνθρωπη, καχεκτική, κομπλεξική, απρόθυμη για το καλό.
Αντίθετα, η άσκηση του σώματος εξασκεί το πνεύμα και συμβάλλει στην κατάκτηση της αρετής. Όσο φθείρεται ο εξωτερικός άνθρωπος με την εγκράτεια, τόσο ανακαινίζεται εσωτερικά και οδηγείται στην αρετή (Β΄ Κορ. 4, 16-18). Για τη χριστιανική διδασκαλία, η νηστεία δίνει την απάντηση στο σύγχρονο υλιστικό πνεύμα της εποχής. Προσφέρει μια πρόταση αντιμετώπισης των σύγχρονων οικονομικών αδιεξόδων της ζωής με την πρόταξη της ολιγαρκείας του βίου (Α΄ Τιμ. 6, 8). Ο άνθρωπος που δεν ζει με εγκράτεια και σωφροσύνη, δεν έχει μάθει να περιορίζει τις αισθήσεις και τις επιθυμίες του. Η επιθυμία της σάρκας και η αλαζονεία του βίου, τον οδηγούν σε κρίση εσωτερική, κρίση του πνεύματος. Αν και κάθε προσπάθεια αντιμετώπισης των κρίσεων κινείται στο οικονομικό, κοινωνικό ή και πολιτικό επίπεδο, η λύση έρχεται με τη θεραπεία του πνεύματος, την αλλαγή του τρόπου ζωής, την επαναφορά του ανθρώπου στην ολιγάρκεια, την εγκράτεια, την σωφροσύνη, την αποφυγή της απληστίας και της υπερβολής (Α΄ Ιω. 2, 16).
Η καταναλωτική νοοτροπία της νεωτερικής και μετανεωτερικής εποχής αποδεικνύει τον εγκλωβισμό της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα στην υλική της διάσταση. Ο Χριστιανισμός θέτει στη νηστεία τον τρόπο θεραπείας της τρυφής και επαναπροσδιορισμού της ανθρώπινης παρουσίας στην ομαλή λειτουργία της κτίσης. Η ανθρώπινη φύση παραδίδεται ευκολότερα στις ανέσεις και τις απολαύσεις του βίου, ενώ δυσκολεύεται να προσανατολιστεί στην πνευματική της προοπτική. Η αναζήτηση της επιτυχίας και ευτυχίας στην ικανοποίηση των βιολογικών αναγκών παρασύρουν τον άνθρωπο σε ηθικά διλήμματα και τη κτίση σε λειτουργική αδυναμία (Ρωμ. 8, 22).
Ο άνθρωπος από ιερέας της κτίσης γίνεται δυνάστης του κόσμου. Δεν κατανοεί τη δημιουργία ως δώρο ούτε την αναφέρει ευχαριστιακά στο Δημιουργό της, αλλά διαχωρίζεται από αυτήν με διάθεση αυτονόμησης και επικυριαρχίας. Η άσκοπη και αλόγιστη χρήση των υλικών αγαθών οδηγεί σε κοινωνικά, οικονομικά, πολιτικά αδιέξοδα και σε ηθική κατάρρευση της προσωπικότητάς του. Η τραγικότητα του προσώπου του προσλαμβάνει απροσδιόριστες διαστάσεις «με την εξάντληση των αγαθών της γης και την οικολογική κρίση».
Αν ο άνθρωπος αρκείται στα απαραίτητα για την ομαλή λειτουργία του βίου του, τα προσωπικά αδιέξοδα που βιώνει σταδιακά περιορίζονται (Λουκ. 12, 15). Η άρνηση του περιττού, της αλόγιστης σπατάλης των καταναλωτικών αγαθών απελευθερώνει από την ατομική εγωκεντρικότητα και λειτουργεί εμπειρικά και βιωματικά ως πυλώνας μετάδοσης της αγάπης. Η απρόσκοπτη αναγνώριση της μοναδικότητας και της αξίας του προσώπου, παραχωρεί χώρο στην ελεύθερη κοινωνική ζωή, χωρίς περιορισμούς και σχήματα. Λειτουργεί ως πράξη ελεύθερης προσωπικής επιλογής και απελευθέρωσης από κάθε κοινωνική, οικονομική και πολιτική εξάρτηση. Γίνεται τρόπος περιχώρησης, άρνησης του ανθρώπινου φρονήματος και διάπλασης ήθους, ικανού να αναμορφώσει και να ανακαινίσει τις δομές της κοινωνίας.
Για το Γρηγόριο Νύσσης, νηστεία με αυτό το περιεχόμενο πρόκειται για ασώματη νηστεία, γιατί δεν περιορίζεται μόνο σε περιστολή του σώματος, αλλά αποκτά έντονο κοινωνικό χαρακτήρα[112]. Γίνεται «μέσο ευεργεσίας και φιλανθρωπίας». Τρόπος μετάδοσης της αγάπης και της κοινωνικής δικαιοσύνης, πρόγευσης των Εσχάτων. Η εκούσια αποχή από την τροφή, αλλά και η ασώματη νηστεία έρχονται να απαντήσουν στο σύγχρονο ηδονοθηρικό και υπερκαταναλωτικό κόσμο. Η άσκηση, με την εγκράτεια του σώματος και την καλλιέργεια του πνεύματος λειτουργεί ως πράξη ελευθερίας. Εκούσια ο άνθρωπος κινείται απελευθερωτικά από την κυριαρχία του εαυτό του και των αναγκών του, ενώ η εσωτερική ελευθερία του προσώπου του, εκούσια περιορίζει την ατομική ικανοποίηση και διευκολύνει την ομαλή λειτουργία της κοινωνικής ζωής.
Στη χριστιανική διδασκαλία, το ασκητικό πνεύμα, συνδυάζεται με την αγάπη για το συνάνθρωπο και την αναγνώριση της προσωπικής ετερότητας. Η περιστολή της εγωκεντρικότητας, η χαλιναγώγηση των ορμών, η υπακοή της σάρκας στο πνεύμα γίνονται εφικτά με την επίδειξη της ελεημοσύνης, του έμπρακτου κοινωνικού ενδιαφέροντος, της συμφιλίωσης και απομάκρυνσης από την μνησικακία. Η νηστεία, σωματική ή ασώματη θεωρείται ότι αποκαθιστά την αναρχία με την επικράτηση της Αρχής των Πάντων, την αγάπη: «ο Θεός αγάπη εστί» (Α΄ Ιω. 4, 8).
Η έννοια της αγάπης, μέσα από την ασκητική πράξη, συνεπάγεται με τη φροντίδα για την αντιμετώπιση και επίλυση προβλημάτων σε προσωπικό και θεσμικό επίπεδο. Η επίλυση των παγκόσμιων προβλημάτων, του υποσιτισμού, της έλλειψης πόσιμου νερού, της ανεπάρκειας σε φαρμακευτική κάλυψη, της ελλιπής ανάπτυξης των υποανάπτυκτων χωρών, της κατάπαυσης πολεμικών συρράξεων, της αναγκαστικής μετακίνησης πληθυσμών, της μόλυνσης του περιβάλλοντος, της εξάντλησης των φυσικών πόρων, του οικολογικού προβλήματος, βρίσκουν λύση με την επανατοποθέτηση του ανθρώπου ως αναπόσπαστο κομμάτι της κτιστής δημιουργίας και της επίγνωση της ασκητικής παρουσίας του σε αυτόν.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



