Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2014

Ας φροντίσουμε να κάνουμε φιλίες , με βάσι τον Χριστό.

Ο Γέροντας εφρόντιζε με διαφόρους τρόπους να δημιουργή αγαθά πλαίσια φιλίας και να ενισχύη τους δεσμούς της πνευματικής οικογενείας, χωρίς όμως να τη μεταβάλλη σε μία κλειστή κάστα ή ομάδα ανθρώπων . Τις φιλίες ενίσχυε και τις έχθρες διέλυε. Επανελάμβανε ότι την φιλία την υποβοηθούν και τη στερεώνουν ακόμη και τα μικροελαττώματα των φίλων. Αυτό συμβαίνει , επειδή ο άνθρωπος , νιώθοντας την ανοχή του φίλου εις τα ελαττώματά του, χαίρεται και ενισχύει την αγάπη του προς αυτόν.
Εις μίαν περίπτωσιν δύο εν Χριστώ αδελφοί διεφώνησαν εντόνως. Όταν το αντελήφθη ο Γέροντας, προσεπάθησε να ενώση τα διεστώτα με διάφορες συμβουλές . Κυρίως δε με την ανάπτυξι της θεωρίας της φιλίας, όπως την έζησαν οι Πατέρες και την περιέγραψαν οι σοφοί.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας χρησιμοποιούν το εξής παράδειγμα για να περιγράψουν το σχήμα των σχέσεων των ανθρτώπων:
Το σύστημα Θεού-ανθρώπων παρομοιάζεται με έναν κύκλο. Εις το κέντρο ευρίσκεται ο Χριστός και γύρω εις την περιφέρεια οι άνθρωποι. Από το κέντρο , ήτοι από τον Χριστό, ξεκινούν οι ακτίνες και καταλήγουν προς την περιφέρεια, προς το κάθε άτομο. Όλοι οι άνθρωποι κινούνται, είτε πλησιάζοντας προς το Κέντρο, όπου ευρίσκεται ο Χριστός, είτε απομακρύνονται από Αυτόν. Και όσο πλησιάζουν προς το Κέντρο, τόσο πιο οντά έρχονται μεταξύ τους. Όσο, δηλαδή, επαυξάνει η πίστις και η αγάπη τους προς τον Κύριο, τόσο πολλαπλασιάζονται τα αγαθά συναισθήματα προς τους αδελφούς μας.
Φιλία είναι η οικειότης εκείνη και η εύνοια με την οποία συνδέονται πρόσωπα του αυτού πάντοτε φύλου και των αυτών αισθημάτων και φρονημάτων.
Η φιλία αποτελεί εσωτερική σχέσι μεταξύ δύο ανθρώπων, που στηρίζεται εις αμοιβαία προσωπική κλίσι. Αυτή προϋποθέτει τη συνείδησι του ιδιαίτερου προσωπικού τους χαρακτήρος και αναπηδά από την ανάγκη να καταπολεμηθή η ψυχική απομόνωσις δια της αλληλοσυμπληρώσεως και αλληλοκατανοήσεως.
Πρώτο από τα θεμελιώδη στοιχεία της φιλίας είναι να συμφωνούν οι φίλοι εις τις κοσμοθεωρίες. Η έλλειψις συμφωνίας εις τον τομέα αυτό αποκλείει την χριστιανική φιλία.
Δεύτερο ουσιαστικό θεμέλιο της φιλίας αποτελεί η αρετή. Τουτέστιν  «τελεία δ’ ἐστὶν ἡ τῶν ἀγαθῶν φιλία καὶ κατ’ ἀρετὴν ὁμοίων…διαμένει οὖν ἡ τούτων φιλία ἕως ἂν ἀγαθοὶ ὦσιν, ἡ δε ἀρετὴ μόνιμον» ( Αριστοτέλης , φιλόσοφος ) .
Και ο σοφός Σωκράτης διατυπώνει τις ίδιες απόψεις:
«ἀδύνατόν ἐστι πονηρὸν ὄντα καλοὺς κἀγαθοὺς φίλους κτήσασθαι… οὔτε τοὺς πονηροὺς ὁρῶ φίλους ἀλλήλοις δυναμένους εἶναι: πῶς γὰρ ἂν ἢ ἀχάριστοι ἢ ἀμελεῖς ἢ πλεονέκται ἢ ἄπιστοι ἢ ἀκρατεῖς ἄνθρωποι δύναιντο φίλοι γενέσθαι; οἱ μὲν οὖν πονηροὶ πάντως ἔμοιγε δοκοῦσιν ἀλλήλοις ἐχθροὶ μᾶλλον ἢ φίλοι πεφυκέναι»
( Σωκράτης, φιλόσοφος) .
Η Χριστιανική φιλία αποτελεί έναν σύνδεσμο αρετής.
Γι’ αυτόν τον λόγο , εις την  Εκκλησία διατυπώνεται η πρόσκλησις δι’ αλληλοβοήθεια των φίλων , οι οποίοι συνάμα είναι και πνευματικοί αδελφοί. Η σχέσις μεταξύ Χριστιανών φίλων επιφέρει δύναμιν καθ’ ότι «ἀδελφὸς ὑπὸ ἀδελφοῦ βοηθούμενος ὡς πόλις ὀχυρὰ καὶ ὑψηλή, ἰσχύει δὲ ὥσπερ τεθεμελιωμένον βασίλειον» ( Παροιμ. ιη΄ 19 ) .

Το ένστικτο της σεξουαλικότητος.


«Οι σεξουαλικές επιθυμίες μου έχουν δοθή από το Θεό. Δεν πρέπει να τις ντρέπομαι, να τις φοβάμαι, ή να νοιώθω ενοχές. Αλλά υπάρχουν φορές που πρέπει να τις πω, καθώς λέω στο σκυλί μου, ‘'Κάτσε κάτω τώρα! Άλλοτε ναι, αλλά όχι τώρα!''. Σαν το σκυλί μου μπορεί να μη θέλουν να υποταχθούν. Αλλά πρέπει να εκπαιδευθούν και πρέπει εγώ να είμαι το αφεντικό.
Βλέπεις δεν αρνούμαι το σκυλί μου, αλλά το καταστέλλω όταν του λέω ‘'Κάτσε κάτω!'' Δεν το ντρέπομαι όταν έρχωνται οι επισκέπτες. Εάν ένοιωθα τύψεις ή ενοχή ή ντροπή, θα έκρυβα το σκυλί μου στο υπόγειο και θα ένοιωθα προβληματισμό για το γαύγισμα που θα άκουγαν. Το αντίθετο, είμαι υπερήφανος για το σκυλί μου, αλλά πρέπει να το μάθω να πάρη τη θέσι του. Αν δεν το έκανα, θα ήταν το ίδιο δυστυχισμένο, καθώς και εγώ και οι φιλοξενούμενοί μου. Θα έχανα φίλους. Δεν θα τους άρεσε να πηδήξη αυτό πάνω τους, να τους γρατζουνίση, και να τους γλύψη. Επίσης το σκυλάκι μου θα προβληματιζόταν και θα τραυματιζόταν με μια απόρριψι που δεν θα μπορούσε να καταλάβη.
  Οι σεξουαλικές παρορμήσεις (όπως τα εκπαιδευμένα κυνηγόσκυλα) πρέπει να πειθαρχηθούν και να αναχαιτισθούν και να γυμνασθούν για τη σωστή θέσι τους στη ζωή μας, αν πρόκειται να έχουμε μια υγιή ανάπτυξι και να μη γίνουμε σεξουαλικοί τεμπέληδες.» (Η Βεβήλωση του Έρωτα, εκδ. Ανώγειο, Αθήνα χ.χ., 84)
Η διαφορά του σεξουαλικού ενστίκτου στα ζώα και στον άνθρωπο τονίζεται στο παρακάτω απόσπασμα:
«Το ένστικτο στον άνθρωπο δεν είναι μόνο κίνησι που ενεργεί νομοτελώς και χωρίς ελευθερία, δεν είναι μόνο αντανακλαστικό τόξο όπως στα ζώα. Η άρνησι των σχέσεων αυτών των ενστίκτων με τις ανώτερες λειτουργίες του ανθρώπου, οι οποίες τον εμφανίζουν ως ένα λογικό ον, σημαίνει άρνησι της πραγματικότητας (Etienne de Greeff). Θα ισοδυναμούσε με το να μη θέλουμε να δούμε άλλο από πέτρες και σίδηρο σ' ένα ωραίο οικοδόμημα, το οποίο έχουμε μπροστά μας.» (περ. Ακτίνες, Απρ. 1946, 133)
Το επιχείρημα ότι η παρανομία και η ηθική ασυδοσία στο πεδίο του σεξ, είναι ‘'φυσική'', και άρα είναι σωστό σε νέους και νέες να επιδίδωνται σ' αυτήν ανεύθυνα και αδιάκριτα, γιατί τάχα έτσι κάνουν οι πολλοί, παραβλέπει και ανατρέπει πολλούς σημαντικούς παράγοντες.
Πρώτα - πρώτα το ‘'φυσικό'' για του ανθρώπου τη φύσι δεν είναι το ένστικτο μεμονωμένο, όπως στα ζώα. Στον άνθρωπο αυτό το ‘'φυσικό'' περιλαμβάνει ψυχικούς συντελεστές, την αμοιβαιότητα, την αγάπη, την ευθύνη.
Ας προσθέσω εδώ πόσο η σημερινή ιατρική επιστήμη δέχεται την αμοιβαία επίδρασι ψυχής και σώματος, την ψυχοσωματική ενότητα. Ο καθηγητής Μαρίνος Γερουλάνος, ένας από τους διασημότερους Έλληνες γιατρούς, στην ομιλία του ως πρόεδρος της Ακαδημίας είχα για θέμα ‘'ψυχικές επιδράσεις και οργανικές νόσοι''. Και στην εργασία που έγραψε στην εποχή της πλήρους ωριμότητάς του [Αι ψυχι- και επιδράσεις ως νοσογόνος παράγων, Αθήναι 1948, σ. ς'] λέει: ‘'Εύχομαι να συντελέση για να καταστή και σ' εμάς γενικότερα συνειδητή η αντίληψι ότι η νόσος αποτελεί πάντοτε ενιαία έκρυθμη κατάστασι που αφορά εξίσου στο σωματικό όπως και στον ψυχικό παράγοντα''.
Σε όμοια συμπεράσματα είχε καταλήξει η κίνησι της ‘'Ιατρικής της προσωπικότητας'' του Paul Tournier, για να πη στο τέλος πως η ψυχή διευθύνει την πορεία του ανθρώπινου οργανισμού (c'est l'βme qui dirige...).
Ένας σημαντικός στύλος της προσωπικότητάς μας είναι ο αυτοέλεγχος, στο να κανονίζουμε το χρόνο μας, τα χρήματά μας, τη συμπεριφορά μας στους φίλους και φυσικά και τη συμπεριφορά στο σεξ. Κανείς δεν μπορεί να αφίνη ελεύθερα τα καπρίτσια του και να κάνη ό,τι του αρέσει.«Η μοντέρνα πολεμική εναντίον της αγνότητος προέρχεται από ανθρώπους που νομίζουν ότι τα σώματά τους είναι ‘'ιδιοκτησία'' τους, ενώ στην πραγματικότητα δεν μπορούν να διαθέσουν διόλου τον οργανισμό τους, που πάλλεται από τη δημιουργική δύναμι του κόσμου, μέσα στον οποίο βρίσκονται κλεισμένοι χωρίς την συγκατάθεσί τους και από τον οποίο εκδιώκονται σύμφωνα με την αρέσκεια ενός Άλλου. Οι άνθρωποι είναι σαν ένα πρίγκηπα, που τον έβαλε ο πατέρας του, από αγάπη, επί κεφαλής μιας μεγάλης επαρχίας, που την κυβερνά με την βοήθεια σοφών συμβούλων, και ο οποίος φαντάζεται ότι κατέχει πράγματι τις πόλεις, τα δάση, τους καρπούς, όπως κατέχει τα παιχνίδια του.» (Τακτική του Διαβόλου, εκδ. Πουρναρά, Θεσ/νίκη 1974, 105)
  Ο Μιχ. Μηλίγκος προσφέρει την ιατρική άποψι:
«Ο γιατρός και θεολόγος A. Niedermyer είχε γράψει, στο σύγγραμμά του ‘'Ποιμαντική Ιατρική'', το εξής χαρακτηριστικό απόφθεγμα: ‘'Ούτε ένα στοιχείο που είναι καλό από ηθικής επόψεως, μπορεί να είναι κακό από πλευράς υγείας''. Τι μεγάλη αλήθεια! Αιώνες, τώρα περιμένουμε να δούμε τα νοσηλευτικά ιδρύματα και τα σωφρονιστικά καταστήματα που φιλοξενούν ‘'πάσχοντες'' λόγω... θρησκευτικής βιώσεως. Αντίθετα, βλέπουμε κοινωνίες ολόκληρες να νοσούν, να γεμίζουν εγκληματικότητα, να θερίζωνται από το θάνατο, εξ αιτίας μιας συμπεριφοράς ανθρώπων, οι οποίοι δηλώνουν και βιώνουν... ‘'αδέσμευτοι'', από ηθικούς φραγμούς και ιατρικούς περιορισμούς.» (Ακτίνες, Δεκ. 1997, 30)
 Το ίδιο κι ο Tihamer Toth:
«''Αρκετά συχνά τα ένστικτα αποδεικνύονται απατηλά. Μετά τυφοειδή πυρετό ο ευρισκόμενος υπό ανάρρωσι πάντοτε πεινά, ώστε κλαίει και παρακαλεί να του δοθή λίγη τροφή. Ίσως ποτέ άλλοτε το ένστικτο της διατροφής δεν εκδηλώνεται με τόση σφοδρότητα όσο τότε. Και όμως τι συμβαίνει αν από οίκτο υποχωρήσουν στις παρακλήσεις του αρρώστου και του δώσουν ό,τι ζητά; Τον εκθέτουν στο σοβαρώτερο κίνδυνο. Ο ασθενής με τις πληγές που μόλις επουλώθηκαν δεχόμενος τροφή δεν είναι σε θέσι να την υποφέρη, οι πληγές ξανανοίγουν, όταν δε κάποιος από αυτούς τους δύστυχους φτάση στο χειρουργικό τραπέζι, τότε μπορεί κανείς να αντιληφθή, ότι η τόσο ποθητή τροφή τον θανάτωσε και ότι τα εντόσθιά του είναι διάτρητα όπως το κόσκινο.
Ποιος δεν παρακινήθηκε από το ένστικτό του να πιη ποτήρι παγωμένου νερού ή να λουστή με παγωμένο νερό, όταν κινδυνεύη να σκάση από τη ζέστη; Ο κόσμος όλος όμως γνωρίζει, τι επικίνδυνες συνέπειες μπορεί να έχη η απερίσκεπτη αυτή πράξι και για αυτό αποφεύγει να πιη.
Ο καθένας λοιπόν βλέπει τη βασιμότητα της δηλώσεώς μας, ότι το ένστικτο είναι δυνατόν να απατηθή και γι' αυτό πρέπει να χαλιναγωγηθή.'' (Liebermann, Aux .... De l'Université et des Lycées, Βουδαπέστη 1912, σελ. 11-12)» (Τα αγνά νιάτα, εκδ. Αστήρ, Αθήναι 1991, 115)
Ο Jung επίσης «αρνείται να δεχθή ως κυρίαρχο το σεξουαλικό ένστικτο στη ζωή. Το ένστικτο αποτελεί ασφαλώς μια πρώτη ύλη, μα θα ήταν τόσο αστείο να κατατάξη κανείς την ανθρώπινη ζωή στη σεξουαλική τάξι ‘'όσο και το να κατατάξη τη μητρόπολι της Κολωνίας στην ορυκτολογία επειδή είναι φτιαγμένη από πέτρα''.» (περ. Ακτίνες, Αύγ.-Σεπτ. 1946, 297)

Εάν αντιστρέψουμε τη θέσι ψυχής και σώματος επακολουθεί δυσαρμονία:
«Εάν η τάξι της ιεραρχήσεως διαταραχθή, παύει πλέον να υπάρχη αρμονία. Ο De Rougemont δίνει γι' αυτό μία ωραία εικόνα: τη διόπτρα που θα δοκιμάζαμε ν' αντιστρέψουμε τους διαφόρους φακούς της.» (Paul Tournier, περ. Ακτίνες, Νοέμ. 1974, 257) 

Γέροντας Παΐσιος:Δεν οφελούν οι μετάνοιες χωρίς ταπείνωση!


Οι μεγάλοι στην ηλικία που δεν δέχονται ύβρεις και αυστηρές παρατηρήσεις, για να θεραπευθούν η για να λάβουν μισθό (όταν δεν φταίνε), είναι πιο ανόητοι και από τα μωρά παιδιά, που δεν θέλουν ούτε να ακούσουν τον γιατρό, διότι φοβούνται την ένεση (μην τους τρυπήσει με την βελόνα), και υποφέρουν τον πυρετό συνέχεια και τον βήχα.
Περισσότερη ευγνωμοσύνη οφείλουμε σ’ αυτούς που μας κέντησαν και βγήκαν τα αγκάθια της ψυχής μας, παρά σ’ εκείνους που θα έσκαβαν δωρεάν την περιοχή μας και θα μας φανέρωναν τον κρυμμένο μας άγνωστο θησαυρό.

Δεν ωφελεί να τρίβει κανείς τα γόνατά του με αμέτρητες μετάνοιες, εάν δεν τρίβει παράλληλα και την μούρη του με την ταπείνωση (την εσωτερική μετάνοια).
Εκείνος που ζητάει ταπείνωση από τον Θεό, αλλά δεν δέχεται τον άνθρωπο που του στέλνει ο Θεός, για να τον ταπεινώσει, δεν ξέρει τι ζητάει, διότι οι αρετές δεν αγοράζονται τα ψώνια στον μπακάλη (όσα κιλά θέλουμε), αλλά μας στέλνει ο Θεός ανθρώπους να δοκιμαστούμε, να εργαστούμε, να την αποκτήσουμε και να στεφανωθούμε.
Όποιος σκύβει ταπεινά και δέχεται τα χτυπήματα από τους άλλους, διώχνει τα δικά του εξογκώματα, ομορφαίνει πνευματικά σαν Άγγελος και έτσι χωράει από την στενή πύλη του Παραδείσου.
Μακάριος εκείνος ο άνθρωπος που έδωσε τα εξογκώματά του και βαδίζει την τεθλιμμένη οδό του Κυρίου με ξένο βάρος (συκοφαντίες κλπ) και αφήνει τους ανθρώπους να του πλέκουν αμαράντινα στεφάνια με τις κατηγορίες, διότι αυτό φανερώνει την γνήσια ταπεινοφροσύνη που δεν εξετάζει τι λένε οι άνθρωποι, αλλά τι θα πει ο Θεός την ημέρα της Κρίσεως.
Όσοι όμως έχουν ταπείνωση, έχουν και καλοσύνη και θείο φωτισμό και δεν σκοντάφτουν ποτέ στη πνευματική τους πορεία από τα εμπόδια του πονηρού.
Τους περισσότερους πειρασμούς, τις περισσότερες φορές, τους δημιουργεί ο ίδιος μας ο εαυτός μας, όταν βάζουμε τον εαυτό μας στις συνεργασίες μας μαζί με τους άλλους, όταν δηλαδή θέλουμε να υψώνουμε τον εαυτό μας. Στον Ουρανό δεν ανεβαίνει κανείς με το κοσμικό ανέβασμα αλλά με το πνευματικό κατέβασμα. Όποιος βαδίζει χαμηλά, βαδίζει πάντα με σιγουριά και ποτέ δεν πέφτει.

Απολυτίκιο Αγ. Ξενοφώντος - 26 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως
















Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἔζησε κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ βασιλέως Οὐάλεντος (364 – 378 μ.Χ.). Καταγόταν ἀπὸ τὸν Πόντο καὶ γεννήθηκε σὲ ἕνα μικρὸ χωριὸ τῆς περιοχῆς τῆς Ναζιανζοῦ, ποὺ λεγόταν Ἀριανζός, τὸ 330 μ.Χ.
Ναζιανζηνὸς ὀνομάσθηκε, ἐπειδὴ ἔζησε τὸν περισσότερο χρόνο τῆς ζωῆς του στὴ Ναζιανζό, ὅπου ἦταν καὶ τὸ πατρικό του σπίτι. Ὁ πατέρας του, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Ἐπίσκοπος Ναζιανζοῦ, ἦταν πρὶν γίνει Ἐπίσκοπος, ἕνας πολὺ πλούσιος ἄρχοντας τῆς Ναζιανζοῦ. Κατεῖχε μεγάλη θέση στὸν δημόσιο βίο καὶ ἀνῆκε σὲ μία ἰουδαῖο-ἐθνικὴ αἵρεση ποὺ λεγόταν τῶν «Ὑψισταρίων». Ἡ μητέρα του, ἡ Ἁγία Νόννα, ἦταν Ὀρθόδοξη. Ἡ εὐσέβεια καὶ ἡ ἀρετή της ἐπηρέασαν τὸν σύζυγό της καὶ τὸν ἔκαναν νὰ μεταστραφεῖ στὴν ἀληθινὴ πίστη.
Οἱ γονεῖς του, Γρηγόριος καὶ Νόννα, δὲν εἶχαν παιδιὰ καὶ ἱκέτευαν τὸν Θεὸ νὰ χαρίσει σὲ αὐτοὺς τὴν χαρὰ τῆς τεκνοποιΐας. Καὶ πράγματι, ἡ προσευχή τους εἰσακούσθηκε καὶ ἡ Νόννα γέννησε τὸν Ἅγιο Γρηγόριο, τὸν ὁποῖο πρὶν ἀκόμα αὐτὸς γεννηθεῖ εἶχε ὑποσχεθεῖ ἂν τὸν ἀφιερώσει στὸν Θεό. Πολλὲς φορὲς ὁ Ἅγιος Γρηγόριος παραβάλλει τοὺς γονεῖς του μὲ τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὴ Σάρρα, οἱ ὁποῖοι σὲ μεγάλη ἡλικία ἀπέκτησαν τὸν Ἰσαάκ.
Σπουδαῖες ἦταν οἱ προσπάθειες τῶν γονέων αὐτοῦ νὰ μορφώσουν καὶ νὰ ἐμφυσήσουν στὸν πρωτότοκο υἱό τους τὴν ἀγάπη πρὸς τὰ γράμματα καὶ τὴν χριστιανικὴ πίστη. Ἀπὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία ἐνέπνευσαν σὲ αὐτὸν ἔντονη καὶ βαθιὰ θρησκευτικότητα, ὥστε αὐτὸς ἀπὸ εὐσέβεια καὶ πνευματικότητα, ὑποσχέθηκε στὸν ἑαυτό του νὰ ζήσει μὲ ἁγνεία καὶ παρθενία.
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, χάρη στὴν δυνατότητα ποὺ εἶχε ὁ πατέρας του, ἔκανε λαμπρὲς σπουδές. Σπούδασε σὲ ὅλα τὰ τότε μεγάλα κέντρα πολιτισμοῦ: τὴ Ναζιανζό, τὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας, τὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης, τὴν Ἀντιόχεια, τὴν Ἀλεξάνδρεια, τὴν Ἀθήνα. Ἡ Κωνσταντινούπολη δὲν εἶχε γίνει ἀκόμη κέντρο πολιτισμοῦ καὶ ἡ Ρώμη δὲν εἶχε τότε κάτι ἀξιόλογο γιὰ τοὺς Ἕλληνες. Στὶς πόλεις αὐτὲς μελέτησε τὶς πλουσιότερες βιβλιοθῆκες καὶ ἄκουσε τοὺς σοφότερους διδασκάλους, μεταξὺ τῶν ὁποίων τὸν Δίδυμο τὸν Τυφλό, ποὺ τότε διηύθυνε τὴ θεολογικὴ σχολὴ τῆς Ἀλεξάνδρειας καὶ τοὺς φιλόσοφους Θεσπέσιο στὴν Καισάρεια καὶ Ἰμέριο καὶ Προαιρέσιο στὴν Ἀθήνα. Γιὰ τὸν Προαιρέσιο γίνεται δεκτὸ ὅτι ἦταν Χριστιανός.
Οἱ σπουδὲς δὲν ἔκαναν τὸν Ἅγιο νὰ ἐπαρθεῖ. Ἀντίθετα, κατάλαβε ὅλη τὴν ματαιότητα τοῦ κόσμου καὶ τῆς σοφίας του. Ἔνιωσε, ὅτι ἡ ἀνθρώπινη γνώση ἔχει ἀσήμαντη σημασία μπροστὰ στὴν γνώση τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἴδιος, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, παραλληλίζει τὸν ἑαυτό του μὲ τὸν Σαοὺλ ποὺ ἔτρεχε χωρὶς νὰ ξέρει. Αὐτὸ ποὺ τελικὰ βρῆκε κατὰ τὴν διάρκεια τῶν σπουδῶν του ἦταν ἕνα «Βασίλειο». Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἀναφέρει τὸ γεγονὸς τῆς φιλίας του μὲ τὸν Ἅγιο Βασίλειο, Ἀρχιεπίσκοπο Καισαρείας, ἦταν μεγαλύτερο εὔρημα καὶ ἀπὸ ἕνα ὁλόκληρο βασίλειο.
Ὅταν τελείωσε τὶς σπουδές του ὁ Ἅγιος, ἦταν ὥριμος ἄνδρας ἡλικίας 30 ἐτῶν. Ὅμως δὲν εἶχε ἀκόμη βαπτισθεῖ. Καὶ ἀγωνιοῦσε νὰ μὴν πεθάνει, πρὶν ἐπιστρέψει στὸν πατέρα του καὶ βαπτισθεῖ. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν, ἐνῶ μετέβαινε  ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια στὴν Ἀθήνα, ἔγινε μεγάλη τρικυμία, φοβήθηκε πολὺ καὶ παρακάλεσε νὰ τὸν ἐλεήσει ὁ Θεός, νὰ βοηθήσει νὰ μὴν πνιγεῖ, γιὰ νὰ ἀξιωθεῖ τοῦ ἐνδύματος τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος.
Τὸ βάπτισμα τοῦ Γρηγορίου τὸ ἐπακολούθησε συνειδητὸς πνευματικὸς ἀγώνας. Νηστεία, προσευχή, ἀγρυπνία. Ἀγώνας γιὰ τὴν κάθαρση, τὴν πνευματικὴ πρόοδο, τὴ θέωση. Μαζὶ μὲ τὸν ὁμόφρονα, ὁμότροπο καὶ ὁμόψυχό του Ἅγιο Βασίλειο ἀπομονώθηκαν κάπου στὸν Πόντο καὶ παραδόθηκαν κυριολεκτικὰ στὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἄσκηση. Ὁ ἀγώνας τους εὐλογήθηκε ἀπὸ Ἐκεῖνον ποὺ θέλει νὰ γινόμαστε βιαστὲς τῆς βασιλείας Του. Ἀξιώθηκαν καὶ οἱ δυὸ μεγάλων πνευματικῶν χαρισμάτων. Μάλιστα ὁ Ἅγιος Γρηγόριος κάνει ἐπανειλημμένως λόγο γιὰ τὶς πνευματικές του ἐμπειρίες καὶ τὰ οὐράνια χαρίσματα ποὺ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ τοῦ χάρισε. Οἱ ἐμπειρίες του αὐτὲς πρέπει νὰ ἦταν πολὺ ὑψηλές, ἀφοῦ ὁ ἴδιος παραβάλλει αὐτὰ ποὺ ἔβλεπε μὲ αὐτὰ τοῦ θεόπτου Προφήτου Μωϋσέως καὶ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ποὺ «πορευόμενος εἰς Δαμασκόν» εἶδε τὸν Κύριο τῆς Δόξας καὶ ἀνέβηκε μέχρι τρίτου οὐρανοῦ καὶ εἶδε τὰ ἄρρητα ρήματα, τὴ δόξα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Γρήγορα κάλεσε ὁ Θεὸς τὸν Γρηγόριο στὴν διακονία Του. Τὰ τέλη τοῦ ἔτους 360 μ.Χ. ἐπιστρέφει στὴ Ναζιανζό. Ὁ Γέρων, ἔχοντας ἀνάγκη ἀπὸ βοηθὸ καὶ συνεργάτη στὴ «νυκτομαχία», ὅπως χαρακτήριζε τὴν ἱεροσύνη, θέλησε νὰ τὸν χειροτονήσει Πρεσβύτερο, ἐπειδὴ ἔβλεπε στὸ πρόσωπό του ὄχι μόνο τὸν ἀφοσιωμένο υἱό, ἀλλὰ καὶ τὸν ζηλωτὴ γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ψυχῶν λειτουργὸ τοῦ Κυρίου. Ὁ Γρηγόριος ἀρνήθηκε. Τὴν ἄρνησή του ὅμως ἔκαμψε τὸ βάρος τοῦ διπλοῦ ἀξιώματος τοῦ Γέροντος Γρηγορίου (πατέρας κατὰ σάρκα καὶ πνευματικὸς πατέρας), ποὺ ὁ Γρηγόριος ἤξερε μόνο νὰ εὐλαβεῖται. Ἔκανε ὑπακοὴ στὴν ἐντολὴ τοῦ Γέροντος Ἐπισκόπου καὶ χειροτονήθηκε. Ἀμέσως μετὰ τὴν χειροτονία του ζήτησε ἀνακούφιση στὴν μόνωση καὶ τὴν προσευχή. Ἀποσύρθηκε λοιπὸν στὸ ἐρημητήριό του, στὴ γαλήνη τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Καὶ βρῆκε τὴ γαλήνη καὶ τὴν πορεία του. Καὶ ἐπέστρεψε μὲ εἰρήνη στὴν καρδιὰ νὰ ἀναλάβει τὸ πνευματικό του ἔργο, ποὺ τὸ ἄρχισε μὲ τὸν περίφημο θεολογικὸ λόγο περὶ τοῦ Πάσχα καὶ τὴ δικαιολόγηση τῆς φυγῆς του.
Διακονοῦσε μὲ ἱερὸ ζῆλο στὸ πλευρὸ τοῦ πατέρα του, ὅταν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας καὶ ἔξαρχος Πόντου Βασίλειος τὸν ἐξέλεξε Ἐπίσκοπο της μικρῆς πόλεως Σάσιμα. Σκοπὸς του ἦταν νὰ περιφρουρήσει τὴ δικαιοδοσία τῆς τοπικῆς του Ἐκκλησίας ἀπὸ τὶς διεκδικήσεις ἐνὸς νέου Μητροπολίτη, τοῦ Τυάνων Ἀνθίμου. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔθλιψε ἀκόμη πιὸ πολὺ τὸν Γρηγόριο. Ἀντέδρασε. Ἐξέφρασε τὴν πικρία του. Τελικὰ ὅμως ὑπάκουσε, ἀλλὰ δὲν πῆγε ποτὲ στὰ Σάσιμα. Ἕνα χρονικὸ διάστημα ἔμεινε στὴ Ναζιανζό, ὡς βοηθὸς τοῦ πατέρα του, ἐνδίδοντας στὴν παράκλησή του. Καὶ ὅταν ἐκεῖνος κοιμήθηκε, τὸ 374 μ.Χ., ὁ Θεολόγος συνέχισε νὰ ποιμαίνει τὴν Ἐκκλησία τῶν Ναζιανζῶν, ὡς τοποτηρητής, χωρὶς νὰ παύσει νὰ τοὺς παρακαλεῖ νὰ ἐκλέξουν καὶ νὰ χειροτονήσουν τὸν κανονικό τους Ἐπίσκοπο. Καὶ ἐπειδὴ αὐτὸ ἀργοῦσε, στεναχωρημένος ἐγκατέλειψε τὴν πόλη καὶ κατέφυγε στὴν Σελεύκεια τῆς Ἰσαυρίας, ὅπου, κοντὰ στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Θέκλας, ἀναζήτησε τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἡσυχία στὴν προσευχὴ καὶ ἔμεινε ἐκεῖ ἐπὶ πέντε σχεδὸν ἔτη μελετώντας καὶ συγγράφοντας.
Τὴν ἄνοιξη τοῦ ἔτους 379 μ.Χ. οἱ λίγοι Χριστιανοὶ τὸν κάλεσαν στὴν Κωνσταντινούπολη νὰ ἀγωνισθεῖ γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη, ἀφοῦ στὴν Πόλη δέσποζαν οἱ Ἀρειανοί. Ἦταν τόση ἡ διάδοση καὶ ἡ ἐπικράτησή τους, ὥστε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος δὲν βρῆκε οὔτε ἕνα παρεκκλήσι στὰ χέρια τῶν Ὀρθοδόξων. Κατόπιν τούτου ἄρχισε νὰ λειτουργεῖ καὶ νὰ κηρύττει σὲ ἕνα σπίτι ποὺ ὁ ἴδιος διαμόρφωσε σὲ ναὸ καὶ τὸ ὀνόμασε Ἁγία Ἀναστασία, δηλαδὴ τῆς Ἀναστάσεως τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἐκεῖ ὁ Ἅγιος ἐξεφώνησε τὰ περίφημα θεολογικὰ κηρύγματά του. Ἡ ἐπίδρασή τους καὶ ἰδίως τῶν πέντε Θεολογικῶν Λόγων του ἦταν τόση, ὥστε οἱ Ἀρειανοὶ φανατικοί, πῆραν τὴν ἀπόφαση νὰ τὸν ἐξολοθρεύσουν. Τὸν ἔβρισαν. Τὸν κακολόγησαν. Τὸν κτύπησαν. Τὸν γρονθοκόπησαν. Τὸν λιθοβόλησαν. Ἔβαλαν μάλιστα καὶ κάποιον νὰ τὸν φονεύσει. Καὶ θὰ τὸν σκότωνε. Ἀλλὰ νικημένος ἀπὸ τὴν ἁγιοσύνη τῆς πραότητάς του, ὁμολόγησε στὸν ἴδιο τὴν ἀλήθεια τὴν στιγμὴ ποὺ εἶχε πάει νὰ τὸν σφάξει.
Μὲ ὅπλο τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, τὴ μάχαιρα τοῦ πνεύματος, νικοῦσε τοὺς ἐχθροὺς τῆς πίστεως σὰν τὸν Μωϋσῆ. Πράγματι, οἱ Ἀρειανοὶ ὅλο καὶ λιγόστευαν. Ὁ Ἅγιος Θεοδόσιος, εὐχαριστημένος ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ Γρηγορίου, τὸν κατέστησε τὸ ἔτος 380 μ.Χ. Πατριάρχη καὶ τὸν ἐνθρόνισε στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Κωνσταντινουπόλεως. Ὅμως οἱ Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι δὲν εἶχαν ὅλοι τὴν ὀρθὴ κρίση. Μερικοὶ μεθυσμένοι ἀπὸ φθόνο κάκιζαν τὸν Ἅγιο, διότι δὲν πίεζε τὸν βασιλέα νὰ ἀφαιρέσει τὶς ἐκκλησίες ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ νὰ τοὺς ἀπαγορεύσει νὰ τελοῦν τὴν λατρεία τους. Σὲ ἀπάντηση ὁ Ἅγιος Γρηγόριος τόνιζε, ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἔχει ἀνάγκη τὶς λόγχες τοῦ Καίσαρος καὶ ὅτι τοῦ εἶναι ἀρκετὴ σὰν ὅπλο ἡ ἀλήθεια. Καὶ πράγματι, ἡ ἀλήθεια νίκησε.
Τὸ ἔτος 381 μ.Χ. συνῆλθε ἡ Β’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Πρόεδρος ἦταν ὁ Ἅγιος Μελέτιος Ἀντιοχείας. Αὐτὴ ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ὁλοκλήρωσε τὸ ἔργο τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Καταδίκασε τοὺς Ἀρειανοὺς καὶ τοὺς Πνευματομάχους – Εὐνομιανοὺς καὶ συμπλήρωσε τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως. Τὸ διαμόρφωσε στὴν σημερινή του μορφή. Ἔτσι ἔλαμψε ἡ δόξα τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀκόμη, ἡ Σύνοδος καταδίκασε τὸν Ἀπολλιναρισμό, ποὺ διαιροῦσε τὸν ἄνθρωπο σὲ τρία μέρη (σῶμα, ψυχὴ καὶ νοῦ) καὶ δίδασκε ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἔχει λάβει ἀνθρώπινο πνεῦμα, παρουσιάζοντας τὸν Χριστὸ ἀτελὴ καὶ ὄχι τέλειο ἄνθρωπο. Ἔτσι ὅμως κατέστρεφε τὸ σωτηριολογικὸ ἔργο τοῦ Κυρίου καὶ τὴν ἀνθρωπότητά Του, διότι καθετὶ ποὺ δὲν προσλαμβάνεται ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ μένει ἀθεράπευτο καὶ ἀνίατο. Τρίτον, ἡ Β’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος καταδίκασε τὸν ἀπόλυτο προορισμό, τὸν ὁποῖο δίδαξαν ἀργότερα ὁ Καλβίνος, ὁ Αὐγουστίνος καὶ ὁ Λούθηρος καὶ ὅλος ὁ Προτεσταντισμός. Τέλος ἀναγνώρισε τὸν Ἅγιο Γρηγόριο ὡς κανονικὸ Ἀρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως.
Ὁ Πρόεδρος τῆς Συνόδου, Ἅγιος Μελέτιος, κοιμήθηκε ἐνῶ διαρκοῦσε ἡ Σύνοδος. Ἡ Σύνοδος τὸν τίμησε ὡς Ἀπόστολο. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἐξεφώνησε τότε λαμπρὸ ἐπικήδειο, λόγο ποὺ ἄρχιζε μὲ τὰ λόγια: «ηὔξησεν ἡμῖν τὸν ἀριθμὸν τῶν Ἀποστόλων». Διάδοχός του στὴν προεδρία τῆς Συνόδου ἔγινε ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ λίγο τὸ κλίμα ἄλλαξε. Ἔφθασε στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ νὰ συμμετάσχει στὴν Σύνοδο, ὁ Πέτρος ὁ Β’, ὁ Πατριάρχης Ἀλεξάνδρειας, μὲ τοὺς Αἰγυπτίους καὶ Μακεδόνες Ἐπισκόπους. Αὐτοὶ ἤδη εἶχαν πάρει θέση ἐχθρικὴ ἔναντι τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου. Δὲν τὸν ἀναγνώριζαν σὰν κανονικὸ Ἀρχιεπίσκοπο, ἐπειδὴ τάχα εἶχε μετατεθεῖ ἀπὸ τὰ Σάσιμα. Καὶ εἶχαν ἐντελῶς ἀντικανονικὰ καὶ παράνομα χειροτονήσει Πατριάρχη τὸν Μάξιμο τὸν Κυνικό, ποὺ ἦταν μὲν Ὀρθόδοξος ἀλλὰ ἔμεινε στὴν ἱστορία σὰν ἕνα αἰνιγματικὸ πρόσωπο. Ὁ Πέτρος ἔθεσε στὴν Σύνοδο τὸ θέμα τῆς κανονικότητας. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, ἐνῶ εἶχε τὴν δύναμη νὰ συντρίψει κάθε ἀντίσταση, διότι παράλληλα πρὸς τὴν ὑποστήριξη τῶν Ἐπισκόπων εἶχε καὶ τὴν συμπαράσταση τοῦ αὐτοκράτορα, ἀηδίασε καὶ παραιτήθηκε μὲ τοῦτα τὰ λόγια: «Δὲν εἶμαι σεμνότερος τοῦ Προφήτη Ἰωνᾶ. Ἂν ἐγὼ εἶμαι αἰτία ταραχῆς στὴν Ἐκκλησία, ρίχνω τὸν ἑαυτό μου στὴ θάλασσα». Εὐθὺς μετὰ τὴν παραίτησή του λειτούργησε στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, γιὰ νὰ ἀποχαιρετίσει τὸ ποίμνιό του. Καὶ ἔφυγε χωρὶς νὰ περιμένει νὰ λήξουν οἱ ἐργασίες τῆς Συνόδου. Ἐπέστρεψε στὴ Ναζιανζὸ καὶ γιὰ λίγο ἔμεινε ἀπομονωμένος ἐκεῖ γιὰ νὰ γαληνεύσει.
Ὁ Ἅγιος, σὲ κείμενά του, διεκτραγωδεῖ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κατάσταση, ὅταν ἐπιχειρεῖ νὰ κάνει σύγκριση τῶν ὅσων συμβαίνουν ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὰ ὅσα συμβαίνουν ἐκτὸς αὐτῆς. Ἔτσι λέγει, πρέπει νὰ ὀδύρεται κανείς, ὅταν διαπιστώνει τὴν ὕπαρξη ἑνότητας στοὺς κοσμικοὺς ὀργανισμούς, στὶς πόλεις, στοὺς οἴκους, στὸ στράτευμα καὶ ὅμως νὰ ἀπουσιάζει ἀπὸ τὸν κατ’ ἐξοχὴν κήρυκα καὶ θεματοφύλακα τῆς εἰρήνης, τὴν Ἐκκλησία καὶ τοὺς πιστούς της.
Βεβαίως ἡ ἀποχώρησή του δὲν σήμαινε ὅτι θὰ ἔπαυε νὰ ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν ἐπίτευξη ἑνότητας καὶ γιὰ τὴν ἐπικράτηση τῆς εἰρήνης στὴν Ἐκκλησία, γιὰ τὰ δύο αὐτὰ ὑπέρτατα ἀγαθά.
Τὸ ἔτος 383 μ.Χ. ἡ ὑγεία του ὑπέστη σοβαρὸ κλονισμό. Πρότεινε ὡς Ἐπίσκοπο τὸν Πρεσβύτερο Εὐλάλιο καὶ ἀποσύρθηκε ὁριστικὰ στὴν ἡσυχία τῆς Ἀριανζοῦ, ὅπου καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 390 μ.Χ. Ἡ Σύναξη τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου ἐτελεῖτο στὴν ἁγιότατη Μεγάλη Ἐκκλησία καὶ στὸ μαρτυρικὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας, ἡ ὁποία βρίσκεται στὴν εἴσοδο τῆς τοποθεσίας ποὺ ὀνομάζεται Δομνίνου, καθὼς ἐπίσης καὶ στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὅπου ὁ φιλόχριστος βασιλέας Κωνσταντῖνος ὁ Πορφυρογέννητος ἐναπέθεσε τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου, ὅταν τὸ μετέφερε ἀπὸ τὴ Ναζιανζὸ τῆς Καππαδοκίας στὴν Κωνσταντινούπολη. Κατὰ τὴν δεύτερη μέρα τοῦ Πάσχα οἱ αὐτοκράτορες μετέβαιναν, γιὰ νὰ ἐκκλησιασθοῦν, στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ εὔχονταν ἐνώπιον τοῦ ἱεροῦ λειψάνου τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου.
Τὰ ἔργα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου εἶναι σχετικῶς λίγα. Δὲν ἔχουν τὴν ἔκταση τῶν ἔργων ἄλλων Πατέρων. Παρὰ ταῦτα ἔχουν βάθος καὶ δύναμη περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλου. Τὰ ἔργα του ὑπῆρξαν πάντοτε ἡ μεγαλύτερη πηγὴ τῶν δογμάτων. Γι’ αὐτὸ ἔγινε καὶ ὁ κατ’ ἐξοχὴν θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ πηγὴ τῆς ἐκφράσεως τῆς λατρείας.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. 
Ὁ ποιμενικὸς αὐλὸς τῆς θεολογίας σου, τὰς τῶν ῥητόρων ἐνίκησε σάλπιγγας· ὡς γὰρ τὰ βάθη τοῦ Πνεύματος ἐκζητήσαντι, καὶ τὰ κάλλη τοῦ φθέγματος προσετέθη σοι. Ἀλλὰ πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, Πάτερ Γρηγόριε, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Θεολόγῳ γλώττῃ σου, τὰς συμπλοκὰς τῶν ῥητόρων, διαλύσας ἔνδοξε, ὀρθοδοξίας χιτῶνα, ἄνωθεν ἐξυφανθέντα τὴν Ἐκκλησίαν, ἐστόλισας, ὃν καὶ φοροῦσα σὺν ἡμῖν κράζει, τοῖς σοῖς τέκνοις· χαίροις Πάτερ, θεολογίας ὁ νοῦς ὁ ἀκρότατος.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις ὁ οὐράνιος θεῖος νοῦς, στόμα τὸ πυρίπνουν, ὁ τῆς χάριτος ὀφθαλμός, σάλπιγξ εὐσεβείας, πηγὴ θεολογίας, ὑπερκοσμίων μύστης, σοφὲ Γρηγόριε.

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

Δεν σε σώζουν τα ράσα, ούτε σε κολάζει η ζωή στον κόσμο!



«…Επί πλέον ας μάθει ο άνθρωπος αυτός ότι η μοναχική ζωή, σ’ αυτόν που την επιθυμεί, δεν είναι τίποτε άλλο παρά επιμελής τήρησις των σωτηρίων εντολών του θείου και προσκυνητού Ευαγγελίου του Χριστού, τουτέστιν κάθε δικαιοσύνη, κάθε έλεος και ευσπλαχνία και ανυπόκριτη αγάπη, ταπείνωσις καρδίας, πραότης, σωφροσύνη, περιφρόνησις του πλούτου του απολυμένου, της κοσμικής δόξης και τιμής και κενοδοξίας και απόρριψις κάθε πλεονεξίας.
Διότι αν κατορθώση αυτές τις αρετές στην κοσμική ζωή, με τρόπο ευάρεστο στον Θεό, δεν είναι μακρυά από την μοναχική πολιτεία.

Αυτός πάλι που φορά τα μοναχικά ενδύματα, εάν καταφρονή τις εντολές του Σωτήρος και τις παραδόσεις των Πατέρων, βαδίζει και πολιτεύεται απρεπώς και αναξίως προς αυτά (τα ενδύματα) μεθώντας πάντοτε και τρώγοντας αχόρταγα και φιλαργυρώντας πλεονεκτικά και τοκογλυφώντας με δόλο, ένας τέτοιος μόνο στα ρούχα διαφέρει από τον απλό λαϊκό, σύμφωνα με τον αποστολικό λόγο: «η περιτομή ουδέν έστι, αλλά η τήρησις εντολών του θεού» (Α΄ Κορ. 7, 19).

Δεν είναι κάτι φυσιολογικό επειδή το κάνουν πολλοί!


Σ' έναν άνθρωπο που πάσχει από φυματίωσι δεν λέμε: ‘'Γι' αυτό δεν φταις εσύ· σκόρπιζε, λοιπόν, την αρρώστια σου ελεύθερα γύρω σου''... (Manfred Moller)
Ας πάρουμε το ψέμμα. Εάν προσπαθούσαμε να εξακριβώσουμε πόσοι άνθρωποι ψεύδονται, θα βρίσκαμε έναν καταπληκτικά μεγάλο αριθμό. Εάν τώρα απ' αυτό βγάζαμε το συμπέρασμα ότι το ψεύδος είναι το φυσιολογικό και το ορθό, που θα μας οδηγούσε αυτό; 

Ή ας εξετάσουμε τους ανθρώπους από την άποψι της αγάπης προς τον πλησίον. Θα διαπιστώσουμε πόσο σκληροί εγωϊστές είμαστε όλοι. Εντούτοις δεν θα πούμε απλά: Αφήστε ελεύθερο τον εγωισμό σας. Γνωρίζουμε μάλλον ότι η προς τον πλησίον αγάπη είναι το καθήκον της ζωής μας. 
Έτσι και οι νεώτερες αντιλήψεις περί ηθικής δεν είναι απόδειξι κατά της αλήθειας και κατά των εντολών του Θεού.
  Αυτά τα χρόνια όλο και καθαρώτερα διαβλέπω γιατί ο Χριστός είπε: ‘'Σεις είστε το φως του κόσμου''. Ο κόσμος δεν είναι το φως, αλλά χρειάζεται το φως, δηλαδή χρειάζεται μερικούς ανθρώπους σαν σπινθήρες, σαν δείκτες, προς τους οποίους να μπορούμε να προσανατολιζώμαστε. 
Εννοώ ότι, εάν υπήρχαν μερικοί άνθρωποι, που να τηρούσαν σταθερά τις ρητές εντολές του Θεού, ασκούνταν μέσα στην ταπείνωση και την μετάνοια, θα ήταν σημεία προσανατολισμού σ' έναν κόσμο που έχει χάσει τον προσανατολισμό του.
Αυτή είναι η αποστολή μας, γι' αυτό σαν Χριστιανοί δεν είμαστε εδώ μόνον για τον εαυτό μας, αλλά βρισκόμαστε μέσα στον κόσμο, για τον κόσμο αλλά όχι με τον κόσμο...

Γέροντας Παΐσιος: Η ιστορία και η σημασία του κομποσχοινιού.


- Γέροντα, ποιά σημασία έχει το κομποσχοίνι;
- Το κομποσχοίνι είναι μια κληρονομιά, μια ευλογία, που μας έχουν αφήσει οι Άγιοι Πατέρες μας. Και μόνο γι’ αυτό έχει μεγάλη αξία. Βλέπεις, σε κάποιον αφήνει ο παππούς του μια κληρονομιά ένα ασήμαντο πράγμα και το έχει μετά σαν φυλαχτό, πόσο μάλλον το κομποσχοίνι που μας το άφησαν κληρονομιά οι Άγιοι Πατέρες!
Παλιά, που δεν υπήρχαν ρολόγια, οι μοναχοί μετρούσαν την ώρα της προσευχής με το κομποσχοίνι, αλλά οι κόμποι του κομποσχοινιού ήταν απλοί. Κάποτε ένας ασκητής έκανε πολύ αγώνα, πολλές μετάνοιες κ.λπ., και ο διάβολος πήγαινε και έλυνε τους κόμπους του κομποσχοινιού του. Έκανε – έκανε μετάνοιες ο καημένος και απέκαμε, γιατί δεν μπορούσε να τις μετρά, αφού ο διάβολος του έλυνε συνέχεια τους κόμπους. Τότε παρουσιάσθηκε Άγγελος Κυρίου και του δίδαξε πώς να πλέκη τους κόμπους, ώστε σε κάθε κόμπο να σχηματίζωνται εννέα σταυροί. Ο διάβολος μετά, ο οποίος τρέμει τον σταυρό, δεν μπορούσε να τους λύση. Έτσι κάθε κόμπος του κομποσχοινιού έχει εννέα σταυρούς, που συμβολίζουν τα εννέα τάγματα των Αγγέλων.

- Γέροντα, τι σημαίνουν οι τριάντα τρεις, οι πενήντα, οι εκατό και οι τριακόσιοι κόμποι που έχουν τα κομποσχοίνια;
- Μόνον ο αριθμός τριάντα τρία είναι συμβολικός συμβολίζει τα τριάντα τρία χρόνια που έζησε ο Χριστός επάνω στην γη. Οι άλλοι αριθμοί απλώς μας βοηθούν να μετράμε τις μετάνοιες που κάνουμε ή πόσες φορές θα πούμε την ευχή.
Μερικές μηχανές έχουν ένα σχοινί με μια χειρολαβή στην άκρη και, όταν θέλης να τις βάλης μπρος, τραβάς μερικές φορές το σχοινί με δύναμη, μέχρι να ξεπαγώσουν τα πνευματικά λάδια. Έτσι και το κομποσχοίνι είναι το σχοινί το οποίο τραβάμε μία - δύο - πέντε - δέκα φορές και ξεπαγώνουν τα πνευματικά λάδια και παίρνει μπρος η πνευματική μηχανή της αδιάλειπτου προσευχής, οπότε δουλεύει μετά μόνη της η καρδιά στην ευχή. Αλλά, και όταν η καρδιά πάρη μπρος στην ευχή, και πάλι δεν πρέπει να καταργήσουμε το κομποσχοίνι, για να μην παρακινηθούν και άλλοι να το καταργήσουν, ενώ δεν πήρε ακόμη μπρος η καρδιά τους στην ευχή.
- Όταν, Γέροντα, κρατώ το κομποσχοίνι μου και λέω την ευχή μηχανικά, μήπως υπάρχει κίνδυνος ανθρωπαρέσκειας;
- Αν κάνης κομποσχοίνι εξωτερικά από ανθρωπαρέσκεια, ακόμη και τα χέρια σου να ξεφλουδίσης, σε τίποτε δεν θα σε ωφελήση. Μόνον κούραση θα σου φέρη και την ψευδαίσθηση ότι δήθεν ασχολείσαι με την νοερά προσευχή.
- Γέροντα, εγώ δεν έχω συνηθίσει να κρατώ κομποσχοίνι.
- Το κομποσχοίνι να το κρατάς, για να μην ξεχνάς την ευχή, την οποία πρέπει να εργάζεσαι εσωτερικά, στην καρδιά. Όταν μάλιστα βγαίνης από το κελλί σου, να θυμάσαι ότι ο εχθρός είναι έτοιμος για επίθεση. Γι’ αυτό, να μιμήσαι τον καλό στρατιώτη που βγαίνοντας από το πολυβολείο έχει πάντοτε «ανά χείρας» το αυτόματο όπλο. Το κομποσχοίνι έχει μεγάλη δύναμη είναι το όπλο του μοναχού και οι κόμποι είναι σφαίρες, που θερίζουν τα ταγκαλάκια.

Η σεξουαλική ορμή και η ικανοποίησή της.



- Δεν είναι από το Θεό δοσμένη και η σεξουαλική ορμή στον άνθρωπο; Θα πη κάποιος.
- Καμμιά αντίρρησι. Και οι πιο ευεργετικές όμως δυνάμεις (λ.χ. το ρεύμα, η πυρηνική ενέργεια κ.τ.λ.) όταν ξεφύγουν από τα καθωρισμένα όριά τους είναι επικίνδυνες και γίνονται καταστρεπτικές. 

Αυτό συμβαίνει και με την ορμή αυτή. Αν διατηρηθή στην κοίτη της, εκπληρώνει τον προορισμό της. Αν όμως εκτραπή, τότε δημιουργεί πληγές και προβλήματα, όπως ακριβώς τα ζούμε. Η φυσική της διέξοδος είναι η νόμιμη τεκνογονία μέσα στον ευλογημένο από το Δημιουργό γάμο. Φράζοντας, με τα διάφορα σατανικά μέσα, τη διέξοδο αυτή εκτρέπεται η ορμή σε άλλα ‘'κανάλια'', αρχίζοντας από τα ‘'παρα-νόμον'' και φθάνοντας μέχρι τα ‘'παρα-φύσιν''.» 
περ. Σταυρός, Μάρ. '83, 47

  Ο Walter Trobisch, με ωραία παραδείγματα, καθορίζει τα πλαίσια έξω από τα οποία δεν είναι επιτρεπτή η χρήσι του σεξουαλικού ενστίκτου:
Χωρίς αμφιβολία η γενετήσια δύναμι του ανθρώπου δημιουργήθηκε από το Θεό. Είναι δώρο του Θεού, ένα από τα πολυτιμότερα δώρα του, που σου έδωσε για τη νειότη σου. Αλλά η ύπαρξι ενός ενστίκτου δεν δικαιολογεί και την αλόγιστη ικανοποίησί του. Η παρουσία μιας δυνάμεως δεν σημαίνει πως πρέπει ν' αφεθή να μας διευθύνη στα τυφλά και χωρίς χαλινό... Λες: ‘'ό,τι υπάρχει, πρέπει νάχη και χρήσι''. Σωστά, μα στην ώρα και στον τόπο του. Ένας φίλος σου, ας πούμε, γίνεται αστυνομικός κι αποκτά, για πρώτη φορά στη ζωή του, περίστροφο. Απ' αυτή τη στιγμή αναπτύσσει την παρακάτω θεωρία: ‘'Μου έδωσαν αυτό το περίστροφο, δεν το πήρα μόνος μου. Κι αφού μου το έδωσαν, πρέπει να το χρησιμοποιώ. Πρέπει λοιπόν να πυροβολήσω, άσχετα πάνω σε ποιον''.
Όχι, δεν έχει αυτό το δικαίωμα! Του δόθηκε βέβαια το περίστροφο, είναι όμως υπεύθυνος για τη χρήσι του.
Ακριβώς έτσι συμβαίνει και με τη γενετήσια δύναμί σου·... στο σωστό τόπο και χρόνο, κάτω από εντελώς ωρισμένες συνθήκες. Έτσι τα καθώρισε ο Θεός.» 

Αγάπησα ένα κορίτσι, 
κδ. Έλαφος, Αθήνα 1980, 10 


Και μια άλλη ωραία παρομοίωσί του:
«Αν κάποιος θελήση να παρατηρήση τον εαυτό του την ώρα που τον παίρνει ο ύπνος, δεν τον παίρνει τελικά ο ύπνος. Αν αποκοιμηθή όμως, τότε δεν έχει παρακολουθήσει τον εαυτό του. Το ίδιο συμβαίνει και με την γενετήσια πράξι σαν τεστ αγάπης. Ή την χρησιμοποιεί κανείς σαν τεστ, οπότε δεν αγαπάει. Ή αγαπάει, οπότε δεν την χρησιμοποιεί σαν τεστ. Στο όνομα της αγάπης οι αγαπημένοι, πρέπει ν' αφαιρέσουν από το σεξουαλικό γεγονός το χαρακτήρα του τεστ και να περιμένουν τόσο για τη σωματική έκφρασι, μέχρι να μπορέσουν να την εντάξουν στη δυναμική του γάμου.» 
Walter Trobisch, 
Ν' αποφασίσουμε τον γάμο;

 εκδ. Έλαφος, Αθήνα 1980, 117