Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη 3 Ιουλίου 2014

Τα φώτα της απέναντι όχθης.

Αγναντεύοντας την απέναντι όχθη αναρωτιέμαι πώς, ποιοι, πόσοι έζησαν, ζουν και θα ζήσουν ανάμεσα στα μικρά φωτάκια που αντανακλούν στην ασθενή μου όραση.
Τρεμοπαίζουν, πολύχρωμα και θορυβώδεις… και αν σταθείς για λίγο εκεί στο μπαλκόνι της ύπαρξής σου θα αφουγκραστείς τις ιστορίες που διηγούνται.

Μιλούν για κάποιους που μισήθηκαν και αγαπήθηκαν. Για κάποιους που γέρασαν μέσα στην νιότη τους. Για κάποιους άσωτους που δεν επέστρεψαν ποτέ. Για κάποιους που έζησαν μια ζωή δίχως το άρωμα της σύνεσης. Για κάποιους ποιητές που σιώπησαν μέσα στην πεζότητα του είναι τους. Για κάποιους νέους που ερωτεύθηκαν, για κάποιους άλλους που απογοητεύτηκαν. Για ακτιβιστές που τα παράτησαν. Για αστούς που απελπίστηκαν. Για μεγάλους που ολιγοψύχησαν. Για πολιτικούς που πρόδωσαν, για πολίτες που αδιαφόρησαν. Για ανδρόγυνα που χώρισαν, για παιδιά που ορφάνευσαν, για μάτια που δάκρυσαν, για χέρια που παράλυσαν, για σώματα που χάθηκαν, για ψυχές που νεκρώθηκαν…
Και ανάμεσα σε αυτούς τους πολλούς θα σου μιλήσουν και για εκείνους που από σκιές γίνανε φως του κόσμου. Για εκείνους που από θνητοί γίνανε αιώνιοι.
Για εκείνους που από έσχατοι γίνανε πρώτοι και από κλητοί γίνανε εκλεκτοί…είναι όμως λίγοι, πολύ λίγοι.
Είναι εκεί ανάμεσα στα φώτα, ανάμεσα στους πολλούς. Ζούνε στον κόσμο καρτερώντας τα υπερκόσμια. Ζούνε μέσα στην κοινωνία των πολλών αλλά και στην μοναξιά των λίγων… Ζούνε μέσα στο παρόν αναπνέοντας το μέλλον, μένοντας σε στάση προσευχής μιλώντας ακόμη και για επίγεια…
Αγναντεύοντας την απέναντι όχθη αναρωτιέμαι…ποια ιστορία διηγείται η δική μου λάμπα -το δικό μου φωτάκι-  στους απέναντι…

Η πολύχρονη υπομονή, που έφερε άμετρη τη χάρη του Θεού.

Ένας από τους αγίους πατέρες είπε: Ήταν ένας γέροντας αναχωρητής, τίμιος, και πήγα μια φορά σ’ αυτόν, όταν ήμουν καταπονημένος από τους πειρασμούς.
Αυτός ήταν άρρωστος και κατάκοιτος και αφού τον χαιρέτησα, κάθισα κοντά του και του είπα:
- Κάνε μια ευχή για μένα, πάτερ, διότι πολύ θλίβομαι από τους πειρασμούς των δαιμόνων.
Και ο γέροντας άνοιξε τα μάτια του και μου είπε: 
- Παιδί μου, εσύ είσαι νέος και δε θ’ αφήσει ο Θεός να καταπονηθείς από αβάσταχτους πειρασμούς.

Κι εγώ του είπα: 
- Και νέος είμαι και πειρασμούς έχω από πολύ ενάρετους ανθρώπους.
Κι εκείνος πάλι μου είπε: 
- Λοιπόν, ο Θεός θέλει να σε κάνει σοφό.
Κι εγώ είπα: 
- Πώς θα με κάνει σοφό; Εγώ κάθε μέρα γεύομαι το θάνατο της ψυχής.
Κι εκείνος αμέσως απάντησε: 
- Σώπα, παιδί μου. Είπα ότι σε αγαπά ο Θεός και θα σου δώσει τη χάρη του. 
Και πρόσθεσε: 
- Να ξέρεις, παιδί μου, ότι τριάντα χρόνια πολέμησα με τους δαίμονες και επί είκοσι χρόνια δε φάνηκε να με βοήθησε καθόλου ο Θεός. Κι όταν πέρασε το εικοστό πέμπτο, άρχισα να βρίσκω κάποια ανάπαυση, που με τον καιρό γινόταν πιο μεγάλη. Μετά το εικοστό έβδομο και το εικοστό όγδοο έτος η ανάπαυση της ψυχής μου γινόταν πολύ πιο έντονη. Και τώρα που περνάει το τριακοστό έτος και κοντεύει να τελειώσει, τόσο στερεώθηκε μέσα μου η ανάπαυση, ώστε δεν μπορώ να την υπολογίσω και να τη μετρήσω. 
Και τελείωσε ο γέροντας με αυτά τα λόγια: 
- Όταν θελήσω να σηκωθώ για να προσευχηθώ, τρεις ψαλμούς προφταίνω να πω με το στόμα μου και από κει και πέρα, τρεις μέρες να στέκομαι όρθιος, αισθάνομαι έκσταση κοντά στο Θεό και δεν καταλαβαίνω καθόλου κούραση. Βλέπεις τώρα, τι άμετρη ανάπαυση μου προξένησε η πολύχρονη εργασία της υπομονής;

Σοφά λόγια σοφών ανθρώπων...

Ετυχία δν εναι ν κάνεις πάντα ατό πο θέλεις, λλά ν θέλεις πάντα ατό πο κάνεις...
Τ ραο δν εναι πάντοτε καλ. Τ καλ εναι πάντοτε ραο.

Ο δονς εναι θνητές, μ ο ρετς θάνατες.
Τ γηρατει εναι δυνηρά, χι γιατ παύουν ο τέρψεις, λλ  γιατ  παύουμε ν λπίζουμε.
ν γεράσεις σήμερα μ τν μαρτία, αριο γίνε νέος μ τν μετάνοια.
Εναι χαρακτηριστικό το ντελς παίδευτου νθρώπου, ν μ μπορε νσωπαίνει…
 γάπη λλάζει θετικ τν φύση τν πραγμάτων.
 περηφάνεια εναι να ζευγάρι ξυλοπόδαρα· ψηλώνουν τν νθρωπο, δίχως ν τν μεγαλώνουν.

Απολυτίκιο Αγ. Ανδρέα Αρχιεπισκόπου Κρήτης - 4 ΙΟΥΛΙΟΥ

Απολυτίκιο Αγ. Ανδρέα Αρχιεπισκόπου Κρήτης - 4 ΙΟΥΛΙΟΥ

Ὁ Μέγας Κανών • Ποίημα Ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης

Τρίτη 1 Ιουλίου 2014

Μέσα σ'ένα λεωφορείο...

Πήγε και κάθισε δίπλα στο παράθυρο. Του άρεσε καθώς το λεωφορείο ταξίδευε μέσα στην πόλη να παρατηρεί τον κόσμο. Ήταν ένα συνηθισμένο καλοκαιριάτικο απόγευμα. Εκείνο όμως που του έκανε εντύπωση ήταν οι έρημοι δρόμοι, τα νεκρά πεζοδρόμια, τα σιωπηλά μαγαζιά. Η πόλη ήταν έρημη. Ο καλός καιρός και η αργία του Σαββατοκύριακου έκανε ακόμα και τους αναποφάσιστους αστούς να τολμήσουν μια επίσκεψη στην πιο κοντινή παραλία.

Μέσα στο λεωφορείο ήταν άλλοι τρεις άνθρωποι. Δύο ηλικιωμένοι και ένας μετανάστης. Το χρώμα του τον πρόδιδε. Ο μελαμψός άνδρας τον κοιτούσε επίμονα. Μετά από δύο στάσεις ο άνδρας με την περίεργη ενδυμασία σηκώθηκε. Ο ιερέας νόμιζε ότι θα κατέβει στην επόμενη στάση. Όμως δεν έγινε κάτι τέτοιο. Ο άνδρας πλησίασε τον ιερέα και κάθισε δίπλα του. Δεν είπε κάτι. Κοιτούσε κάτω, σαν να σκεφτόταν να μιλήσει αλλά κάτι τον εμπόδιζε.
Ο ιερέας μαζεύτηκε. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα τον ρώτησε: «Μπορώ να σε βοηθήσω σε κάτι»;
Ο άνδρας ανασηκώθηκε, ακούμπησε την πλάτη του στο σκληρό κάθισμα του λεωφορείου και αναστέναξε. Ο ιερέας επανέλαβε την ερώτηση. Ο σιωπηλός άνδρας έβγαλε σιγά σιγά ένα χαρτάκι από την τσέπη του πουκαμίσου του. Ήταν παλιό, ταλαιπωρημένο. Το άνοιγε αργά, σαν να κρυβόταν εκεί ένα μεγάλο μυστικό, το δικό του μυστικό. Καθώς το άνοιγε τα μάτια του γέμιζαν δάκρυα. Ο ιερέας παρατηρούσε γεμάτος αγωνία τις κινήσεις του. Τα μαύρα του χέρια έτρεμαν καθώς το περιεχόμενο του χαρτιού αποκαλύφθηκε. Ήταν μια φωτογραφία. Ήταν μια εικόνα του παρελθόντος που στοίχειωνε τον άνδρα. Ο ιερεάς στην θέα της φωτογραφίας ενστικτωδώς τον ακούμπησε στην πλάτη του…
Ήταν πλέον μόνοι τους μέσα στο λεωφορείο. Αυτοί και ο οδηγός.
Ο άνδρας κοίταξε τον ιερέα στα μάτια και είπε: «Θέλω βαπτιστώ…».
Ο ιερέας δεν μίλησε, απλά ένευσε καταφατικά.
Τα μάτια παίζανε ανάμεσα στην φωτογραφία και στις σκέψεις του, ανάμεσα στο «τώρα» και στο «τότε».
Η φωτογραφία απεικόνιζε τον ίδιο, χαμογελαστό, ντυμένο σαν αντάρτη, κρατώντας ψηλά και περήφανα το όπλο του με φόντο νεκρά κορμιά ανθρώπων.
Γιατί την είχε μαζί του; Γιατί κουβαλούσε επάνω του αυτό το απάνθρωπο στιγμιότυπο; Τιμωρούσε τον εαυτό του; Μήπως δεν ήθελε να ξεχάσει τι είχε κάνει; Μήπως αυτή η φωτογραφία ήταν η παρουσία της συνείδησής του; Γιατί δεν την είχε πετάξει;
Μετανόησε, αλλά δεν ήθελε να ξεχάσει. Μετανόησε, αλλά κρατούσε τον εαυτό του στην ταπείνωση βλέποντας ποιος ήταν, τι έκανε, πως έζησε…
«Θέλω βαπτιστώ…» ξαναείπε "...μετανοιώνω...αγαπώ Χριστό...." και ξέσπασε σε λυγμούς.
Ο ιερέας τον αγκάλιασε… δεν είχε λόγια. Προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει τι συμβαίνει, ποιος ήταν αυτός ο λαβωμένος ψυχικά άνδρας που με θάρρος του απεκάλυψε το παρελθόν του.
Η επόμενη στάση πλησίαζε. Ήρθε η ώρα να κατέβουν από το λεωφορείο. Ο ιερέας πήρε από το χέρι τον άνδρα. Στεκόταν και οι δύο τους αμίλητοι καθώς ο οδηγός άνοιγε την πίσω πόρτα ώστε να κατέβουν. Μπροστά τους βρισκόταν ο ναός όπου εφημέρευε ο ιερέας.
Η πόρτα του λεωφορείου έκλεισε και μαζί της έκλεισε και η πόρτα ενός παρελθόντος γεμάτο μίσος, οργή και ψυχική οδύνη  Τώρα πλέον ο ιερέας άνοιγε την πόρτα του ναού, μια πόρτα η οποία θα εισήγαγε τον ξενιτεμένο στην ενδοχώρα της συγχώρεσης, της ειρήνης, της ηρεμίας, της αγάπης.
Ένας ξενιτεμένος θα έβρισκε επιτέλους την πατρίδα του…μια πατρίδα που δεν έχει σύνορα ανθρώπινα. Μια πατρίδα στην οποία πολίτες της είναι όλοι όσοι δάκρυσαν για τα λάθη τους, πίστεψαν στην Αλήθεια, πλύθηκαν στο Λουτρό της Ουράνιας Υιοθεσίας και καταδικάστηκαν στην Αιώνια θαλπωρή Του.

Γέροντας Σωφρόνιος: Η σιωπή του Θεού.


Πολλοί εκλαμβάνουν τη σιωπή Του ως ένδειξη τού ότι ο Θεός «δεν υπάρχει», «πέθανε». Αν όμως σκεφτόμαστε σε ποιά θέση φέρνουμε το Θεό με τα πάθη μας, τότε θα βλέπαμε ότι Αυτός δεν έχει άλλη επιλογή, παρά μόνο να σιωπήσει.

Ζητάμε από Αυτόν να μας υποστηρίξει στις αδικίες μας. Δεν μας ενοχοποιεί φανερά. Μας αφήνει να πορευτούμε στους πονηρούς δρόμους μας και να θερίσουμε τους καρπούς των προσωπικών μας αμαρτιών. Αν όμως στραφούμε προς Αυτόν με μετάνοια, τότε έρχεται γρήγορα, γρηγορότερα από όσο περιμέναμε.
Γνωρίζοντας τις ανάγκες μας, πολύ συχνά τις προλαμβάνει. Μόλις προφέρουμε στην προσευχή τα αιτήματά μας, που δικαιολογούνται με την πραγματικότητα της ζωής μας μέσα στον κόσμο, Αυτός ήδη τα έχει εκπληρώσει.
Συνεπώς, η σιωπή του Θεού είναι απάντηση στις αδικίες μας η πιο εύγλωττη, η πιο ευγενική.
Διώξαμε από τη ζωή μας το Θεό - Λόγο, τον λόγο του Θεού. Παραμελήσαμε το λόγο αυτό, και να! Θερίζουμε τις συνέπειες του έργου μας.

Απολυτίκιο Κατάθεσις Τιμίας Εσθήτος της Θεοτόκου στο Ναό των Βλαχερνών -...

Δευτέρα 30 Ιουνίου 2014

Μην κατηγορούμε τους άλλους για την μοναξιά μας.


Τις περισσότερες φορές ζώντας μέσα στην μοναξιά και την απόρριψη, στην ερήμωση και στην λησμονιά της ανθρώπινης παρουσίας, στρέφουμε την οργή μας σε εκείνους που μας εγκατέλειψαν. Στην αδιαφορία της κοινωνίας. Στην αναλγησία και την σκληροκαρδία των ανθρώπων. Αυτή είναι η εύκολη λύση. Να επιλέγουμε την αναζήτηση ευθυνών έξω από εμάς. Στους άλλους. Άλλωστε πάντα φταίνε οι άλλοι. Η κακή κοινωνία. Οι εποχές και οι άνθρωποι που άλλαξαν.

Άλλοτε φοράμε το κουστούμι του θύματος, και ανεβαίνοντας στο σανίδι της ψυχής, υποδυόμαστε τον ρόλο του μεγάλου αδικημένου. Εκείνου που πάντα αδικείται. Που αγαπάει αλλά δεν αγαπιέται. Που προσφέρει ανιδιοτελώς ενώ πάντες τον εκμεταλλεύονται. Που σταυρώνεται για τους άλλους την στιγμή όπου άπαντες του προσφέρουν χολή και όξος. Και το παιγνίδι του ψυχισμού μας δεν έχει τέλος. Γιατί όλα αυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα άρρωστο παιχνιδάκι, ενός μωρού που δεν θήλασε σε στήθη αγάπης, όταν έπρεπε και όσο έπρεπε.
Ωστόσο όποια κι αν είναι η αιτία που ο ψυχισμός μας υποδύεται ρόλους επαιτώντας με άρρωστο τρόπο μια ματιά, πρέπει κάποια στιγμή να ωριμάσουμε. Να σιωπήσουμε την εγωπαθή φλυαρία. Τα υπαρξιακά μοιρολόγια. Την θυματολογία και την αναζήτηση ή κατασκευή «βαρβάρων», και να ομολογήσουμε στο εαυτό μας την αλήθεια.
Ναι φταίω και εγώ για την μοναξιά μου. Πολλές φορές μπορεί να φταίω μονάχα εγώ. Γιατί απομάκρυνα από κοντά μου όλους εκείνους που με είχαν πλησιάσει. Δεν άφησα να έρθουν κάποιοι άλλοι και εκείνοι που το θέλησαν τους εκδίωξα με τον τρόπο μου.
Δεν φτάνει να λέμε ότι θέλουμε να μας αγαπάνε. Πρέπει να το αντέχουμε. Γιατί η αγάπη είναι ζωή. Και η ζωή είναι η μέγιστη τέχνη που δυστυχώς δεν την γνωρίζουμε όλοι επιτυχώς.
Δεν φτάνει να λέμε ότι δεν μας αρέσει η μοναξιά, πρέπει ώριμα να βαστάζουμε την παρουσία του άλλου.
Δεν αρκεί να διακηρύσσουμε την επιθυμία μας να υπάρχει ο άλλος στην ζωή μας. Πρέπει να του κάνουμε χώρο για να υπάρξει. Να τον συγχωρήσουμε μέσα μας. Να του δώσουμε το χώρο του.
Τις περισσότερες φορές η μοναξιά μας είναι ο καρπός των επιλογών μας. Των ιδιορρυθμιών μας, των παραξενιών μας, των εγωισμών μας, των αδεξιοτήτων μας, γενικότερα της αστοχίας μας να υπάρξουμε ως ολοκληρωμένες προσωπικότητες.
Ο παραλυτικός του ευαγγελίου που 38 χρόνια δεν είχε άνθρωπο να τον βοηθήσει ώστε να μπει στα νερά της κολυμβήθρας του Σιλωάμ και να θεραπευτεί, αντιμετωπίζεται από τον Χριστό ως ο μόνος υπεύθυνος της κατάστασης του. Γι αυτό και στο τέλος όταν εκείνος πλέον φεύγει θεραπευμένος ο Ιησούς του θυμίζει με νόημα «πρόσεχε, γιατί αν ξανακάνεις τα ίδια λάθη( αν ζήσεις με τον ίδιο τρόπο ζωής) θα πάθεις χειρότερα».
Για τον Χριστό η σωματική ασθένεια και η κοινωνική περιθωριοποίηση του παραλυτικού, δεν οφείλεται στην κακία των ανθρώπων και την αδιαφορία της κοινωνίας. Αυτό είναι το εύκολο και αξόδευτο συμπέρασμα. Ο Χριστός βλέποντας πίσω από το προφανές αναγνωρίζει τις προσωπικές ευθύνες, το λανθασμένο τρόπο ζωής του παραλυτικού ως την μόνη κυρίαρχη αιτία της οδυνηρής πραγματικότητας του.
Είναι ο τρόπος ζωής μας που επιφέρει την οδύνη. Η αν θέλετε καλύτερα την μεγεθύνει, την πολλαπλασιάζει.
Όσο θα αναζητούμε τις ευθύνες τις μοναξιάς μας και της τραγικότητας του βίου μας στους άλλους, στο κακό κόσμο και τους κακούς άδικους ανθρώπους, τόσο το ρήγμα εντός μας θα βαθαίνει. Σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που στο τέλος θα χαθούμε μέσα στα αχανή σκοτάδια του.