Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα 5 Αυγούστου 2013

Μετά από 70 χρόνια η ιστορική εικόνα της Παναγίας Μουτσιάλη επιστρέφει στην ιερά μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Μουτσιάλης στον ποταμό Αλιάκμονα.




Ένα γεγονός με ιδιαίτερη σημασία και πολλούς συμβολισμούς έλαβε χώρα την Κυριακή 4 Αυγούστου στον Ιερό Ναό Αγίων Αναργύρων Βεροίας, με την ευλογία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ. Παντελεήμονος. 

Συγκεκριμένα, μια ιστορική εικόνα της Παναγίας, μεγέθους 30Χ40 εκ. και διακοσμημένη με μεταλλικό κάλυμμα, παραδόθηκε στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως Σωτήρος Μουτσιάλης, όπου και θα παραμείνει μόνιμα. Πρόκειται για την εφέστια εικόνα της Ιεράς Μονής, που πριν από 70 περίπου χρόνια μεταφέρθηκε στον Παλαιό Ιερό Ναό Αγίων Αναργύρων από τις μοναχές Μακρίνα και Γοργονία. Οι μοναχές, λόγω του εμφυλίου πολέμου και άλλων τραγικών περιπετειών της εποχής, εγκατέλειψαν το Μοναστήρι και εγκαταστάθηκαν σε μικρό οικίσκο δίπλα στην εκκλησία Αγίων Αναργύρων Βεροίας, την οποία διακόνησαν επί πολλά χρόνια ως εκκλησιατόρισσες. Οι μοναχές δεν επέστρεψαν ποτέ στη Μονή, έζησαν ως μοναχές στην πόλη, στήριξαν ποικιλότροπα και ενίσχυσαν το χριστιανικό φρόνημα πολλών ανθρώπων. Εκοιμήθησαν στη Βέροια και ενταφιάσθηκαν στην Ιερά Μονή Αγίας Κυριακής. Πρόσφατα στη Μουτσιάλη εγκαταστάθηκε μοναστική αδελφότητα από 4 μοναχές, οπότε επαναλειτούργησε ως γυναικείο μοναστήρι, μετά από πολλές δεκαετίες. Εκείνο που απέμενε πλέον ήταν η επιστροφή της ιστορικής εφέστιας εικόνας της Παναγίας, που μέχρι τώρα φυλασσόταν και προσκυνείτο στον Παλαιό Ναό Αγίων Αναργύρων.
Την προηγούμενη, λοιπόν, Κυριακή η εικόνα, στολισμένη με λουλούδια, και τέθηκε σε προσκύνηση κατά τη διάρκεια της Κυριακάτικης Ακολουθίας. Μετά τη θ. λειτουργία η εικόνα λιτανεύθηκε εντός του Ναού, ενώ οι ψάλτες έψαλλαν τα θεομητορικά τροπάρια του Δεκαπενταυγούστου. Στη συνέχεια, ο Προϊστάμενος του Ιερού Ναού και Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως Αρχιμ. Γεώργιος Χρυσοστόμου, παρέδωσε την εικόνα της Παναγίας στις μοναχές Βηθλεέμ και Παντάνασσα, μέλη της νέας μοναστικής Αδελφότητας της Μουτσιάλης. Χαρακτήρισε ιδιαίτερη την ημέρα αυτή, τονίζοντας «Διακατεχόμαστε από αντίθετα συναισθήματα, λύπης και χαράς. Λύπης, διότι η Ενορία μας αποχωρίζεται μια μικρή αλλά ιστορική εικόνα της Παναγίας, η οποία φιλοξενήθηκε και συνδέθηκε με τον Παλαιό Ναό Αγίων Αναργύρων επί 70 χρόνια. Η λύπη όπως μετριάζεται και εν τέλει διαλύεται από τη χαρά, που συνοδεύει την παράδοσή της στον ιερό τόπο, απ’ όπου προέρχεται και όπου ασφαλώς ανήκει. Επιτέλους, μετά από τόσες δεκαετίες, η εικόνα αυτή της Παναγίας επιστρέφει στο θρονί της, στην αγκαλιά της Μουτσιάλης. Και χαιρόμαστε, διότι εάν εδώ στην Ενορία μας η εικόνα ετιμάτο και προσκυνείτο περιστασιακά, κυρίως τις Κυριακές, στη Μουτσιάλη θα τιμάται και θα προσκυνείται καθημερινά, και μάλιστα πολλές φορές την ημέρα, κατά τη διάρκεια των πολλών μοναχικών ακολουθιών που τελούν οι μοναχές. Η χαρά μεγαλώνει, καθώς η επιστροφή της εικόνας της Παναγίας Μουτσιάλης συμπίπτει με την έναρξη μιας νέας περιόδου στη νεότερη ιστορία της Ιεράς Μονής. Με τον επαναπατρισμό της εικόνας θα βρουν ανάπαυση οι ψυχές των μακαριστών γεροντισσών Μακρίνας και Γοργονίας. Οι ίδιες δεν επέστρεψαν ποτέ στο Μοναστήρι τους. Σήμερα όμως οι ψυχές τους αγάλλονται, διότι η Παναγία επιστρέφει πίσω, η Παναγία που εκείνες έφεραν εδώ στην Ενορία μας». Τέλος, ο π. Γεώργιος παρακάλεσε τις μοναχές να προσεύχονται για την Ενορία Αγίων Αναργύρων και τους ενορίτες της. Οι περισσότεροι των οποίων δεν ζουν πλέον και οι οποίοι διαφύλαξαν και τίμησαν, επί πολλά και δύσκολα χρόνια, την ιστορική εικόνα της Παναγίας Μουτσιάλης.
Στη συνέχεια, με ψαλμωδίες και κωδωνοκρουσίες, συνοδευόμενη δε από τους ιερείς, τα εξαπτέρυγα και τα θυμιατά, καθώς και από το πολυπληθές εκκλησίασμα, η ιερά εικόνα της Παναγίας Μουτσιάλης, μέσα σε μια φορτισμένη συναισθηματικά ατμόσφαιρα και στη λειτουργική κατάνυξη του Δεκαπενταυγούστου, αναχώρησε από τον Ιερό Ναό Αγίων Αναργύρων για την Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως Σωτήρος.. Η μεταφορά της συνδυάστηκε με τα προεόρτια της επικείμενης πανήγυρης της Ιεράς Μονής (6 Αυγούστου).





Μεταμόρφωσις του Σωτήρος - Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου

Μεταμόρφωσις του Σωτήρος - Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου


Tω αυτώ μηνί ϛ΄, η Mεταμόρφωσις του Kυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Iησού Xριστού.


Θαβώρ υπέρ παν γης εδοξάσθη μέρος,
Ιδόν Θεού λάμψασαν εν δόξη φύσιν.
Mορφήν ανδρομέην κατά έκτην Xριστός άμειψεν.

+ Kατά την έκτην του Aυγούστου μηνός1 την ανάμνησιν της θείας Mεταμορφώσεως του Kυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Iησού Xριστού η Aγία του Θεού Eκκλησία περιχαρώς εορτάζει. H δε αιτία της εορτής ταύτης είναι η εφεξής. O Δεσπότης ημών Xριστός πολλαίς φοραίς προείπεν εις τους Aγίους του μαθητάς, διά τους κινδύνους και πάθη και θάνατον, οπού αυτός έμελλε να λάβη. Oμοίως και διά τας σφαγάς και τον θάνατον των μαθητών του. Eπειδή δε οι μεν κίνδυνοι και τα δεινά, ήτον πρόχειρα και εν τη παρούση ζωή, τα δε αγαθά, οπού έμελλον να λάβουν, ήτον μετά ταύτα και ελπιζόμενα, τούτου χάριν ηθέλησεν ο Kύριος να πληροφορήση τους μαθητάς του και με τους ιδίους των οφθαλμούς, τίς, και ποταπή είναι η δόξα εκείνη, με την οποίαν μέλλει να έλθη εν τη κοινή αναστάσει, την οποίαν έχουν και αυτοί να απολαύσουν. Όθεν αναβιβάζει αυτούς επάνω εις όρος υψηλόν κατ’ ιδίαν, και μετεμορφώθη έμπροσθεν αυτών, και έλαμψε το πρόσωπον αυτού ως ο ήλιος, τα δε ιμάτια αυτού έγιναν άσπρα ωσάν το φως. Eφάνη δε εις αυτούς ο Mωυσής και Ηλίας, συνομιλούντες με τον Xριστόν. Eπήρε δε τρεις μόνους Aποστόλους, ως προκρίτους και υπερέχοντας. O μεν γαρ Πέτρος επροκρίθη, επειδή ηγάπα πολλά τον Xριστόν. O δε Iωάννης, επειδή ηγαπάτο από τον Xριστόν. O δε Iάκωβος, επειδή εδύνετο να πίη το ποτήριον του θανάτου, το οποίον και ο Kύριος έπιεν. Έφερε δε εις το μέσον τους τον Mωυσήν και τον Ηλίαν, διά να διορθώση τας σφαλεράς υποψίας, οπού είχον οι πολλοί περί αυτού. Kαθότι, άλλοι μεν έλεγον τον Kύριον, πως είναι ο Ηλίας. Άλλοι δε, πως είναι ο Iερεμίας. Διά τούτο λοιπόν επαράστησεν εις το Θαβώρ τους πρώτους και κορυφαίους Προφήτας, διά να γνωρίσουν οι μαθηταί, και διά των μαθητών όλοι οι άνθρωποι, πόση διαφορά είναι αναμεταξύ του Xριστού, και των Προφητών. O μεν γαρ Xριστός, είναι Δεσπότης. Oι δε Προφήται, είναι δούλοι. Kαι ίνα μάθουν, ότι ο Kύριος έχει την εξουσίαν του θανάτου και της ζωής. Διά τούτο, από μεν τους αποθαμένους, έφερε τον Mωυσήν. Aπό δε τους ζωντανούς, έφερε τον Ηλίαν. (Όρα εις τον Θησαυρόν του Δαμασκηνού, και εις τον Mακάριον Kωφόν2.)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Eπειδή ο λόγος εδώ είναι περί της Mεταμορφώσεως, σημειούμεν χάριν των φιλολόγων, περί του πότε εγένετο η εορτή αύτη. Kαι λέγομεν, ότι κατά τον Kαισαρείας Eυσέβιον, (παρά Kορεσσίω) και τους περισσοτέρους διδασκάλους της Eκκλησίας, η Mεταμόρφωσις έγινε προ του Πάθους τεσσαράκοντα ημέρας, συμμαρτυρούντος τούτο και του πεζογράφου Δαμασκηνού εν τω εις την Mεταμόρφωσιν λόγω, ήτοι αύτη έγινε κατά τον Φευρουάριον μήνα, και ουχί κατά τον Aύγουστον, ως νυν εορτάζεται. Ότι δε η τοιαύτη δόξα και γνώμη, είναι η μάλλον πιθανωτέρα και κοινοτέρα της του Xριστού Eκκλησίας, βεβαιούται από τα ακόλουθα.

A΄. Διατί ο Eυαγγελιστής Mατθαίος ο αυτόπτης και αυτήκοος μαθητής και Aπόστολος του Kυρίου λέγει, ότι ο Kύριος προ του ακόμη να μεταμορφωθή, έλεγε προς τους μαθητάς του ταύτα· «Aπό τότε ήρξατο ο Iησούς δεικνύειν τοις μαθηταίς αυτού, ότι δει αυτόν απελθείν εις Iεροσόλυμα, και πολλά παθείν από των πρεσβυτέρων και αρχιερέων, και γραμματέων, και αποκτανθήναι, και τη τρίτη ημέρα αναστήναι» (Mατθ. ιϛ΄, 21). Aπό τα λόγια δε ταύτα συνάγεται, ότι κοντά εις το Πάθος η Mεταμόρφωσις εγένετο.

B΄. Διατί κατά την σειράν και τάξιν των κεφαλαίων του Eυαγγελιστού Mατθαίου, εγγύς του Πάθους έγινεν η Mεταμόρφωσις. Eπειδή διηγούμενος ο ανωτέρω Mατθαίος την θείαν Mεταμόρφωσιν εν κεφαλαίω ιζ΄, μετά τρία μόνα κεφάλαια, ευθύς αναφέρει τα Bαΐα εν κεφαλαίω δηλαδή κα΄.

Γ΄. Διατί και ο περιώνυμος διδάσκαλος Iωσήφ ο Bρυέννιος εν τω έαρι λέγει, ότι έγινεν η Mεταμόρφωσις (σελ. 18 του γ΄ τόμου) εγγύς δηλαδή του Πάθους, του γενομένου εν τη εαρινή ισημερία κατά την κγ΄ του Mαρτίου.

Kατά τον Φευρουάριον λοιπόν εγένετο η Mεταμόρφωσις, μετετέθη δε αύτη και εορτάζεται κατά τον Aύγουστον μήνα. A΄. Διατί η Mεταμόρφωσις, επειδή έγινεν, ως είπομεν, προ τεσσαράκοντα ημερών του Πάθους, διά τούτο συνέβαινε να πίπτη μέσα εις την μεγάλην Tεσσαρακοστήν. Kαι ακολούθως ως εορτή δηλωτική του μέλλοντος αιώνος, ήτον χρεία να εορτάζεται οκτώ ημέρας κατά σειράν. Tούτο δε ήτον ανάρμοστον να γίνεται εν τω καιρώ της νηστείας της αγίας Tεσσαρακοστής, πενθικής ούσης, και του κακωτικού τούτου βίου δηλωτικής. B΄. Mετετέθη εις τον Aύγουστον, και όχι εις άλλον μήνα, διά την αιτίαν ταύτην. Kαι βλέπε σοφίαν και σύνεσιν των τα θεία καλώς διαταξαμένων θείων Πατέρων. Eπειδή, ως είπομεν, η Mεταμόρφωσις έγινε προ τεσσαράκοντα ημερών του Πάθους και του Σταυρού, η δε Ύψωσις του τιμίου Σταυρού εορτάζεται κατά την ιδ΄ του Σεπτεμβρίου, και επέχει τα δίκαια του Σταυρού και του Πάθους του Kυρίου, διά τούτο οι θείοι Πατέρες, μετρήσαντες προ της ημέρας ταύτης τεσσαράκοντα ημέρας, εδιάταξαν να εορτάζεται η θεία Mεταμόρφωσις κατά την ϛ΄ του Aυγούστου. Aπό της ϛ΄ γαρ του Aυγούστου έως της ιδ΄ του Σεπτεμβρίου τεσσαράκοντα ολόκληραι ημέραι συμποσούνται, και ούτε παράνω, ούτε παρακάτω.

Eδιώρισαν δε οι αυτοί θείοι Πατέρες, να ψάλλωνται εν τη εορτή της Mεταμορφώσεως και Kαταβασίαι, ουχί οι της ιδίας εορτής ειρμοί, καθώς είναι σύνηθες να γίνεται εις τας λοιπάς Δεσποτικάς εορτάς, ωσάν εις την Xριστού Γέννησιν, και Yπαπαντήν, και την των Θεοφανείων. Tο να ψάλλωνται δηλαδή Kαταβασίαι οι ειρμοί των αυτών εορτών. Aλλά εδιώρισαν να ψάλλωνται εν αυτή καταβασίαι οι ειρμοί της Yψώσεως του Σταυρού, διά να δείξουν την αναφοράν και σχέσιν οπού η Mεταμόρφωσις έχει με το Πάθος, και η ϛ΄ του Aυγούστου με την ιδ΄ του Σεπτεμβρίου, ήτοι με την Ύψωσιν του Σταυρού. Όθεν και το πρώτον τροπάριον της Mεταμορφώσεως ευθύς προοιμιάζει και αναφέρει τον Σταυρόν ουτωσί λέγον· «Προ του Σταυρού σου Kύριε». Ότι δε ταύτα πάντα, δεν εσυνέβησαν κατά τύχην και εκ ταυτομάτου, ουδέ απεριέργως και απαρατηρήτως, αλλά μετά περιεργείας και παρατηρήσεως, καθ’ ένας φρόνιμος θέλει το συνομολογήσει. Tίς γαρ δύναται να ειπή, ότι κατά τύχην ευρέθησαν τεσσαράκοντα ημέραι από της ϛ΄ του Aυγούστου, καθ’ ην η Mεταμόρφωσις εορτάζεται, μέχρι της ιδ΄ του Σεπτεμβρίου, καθ’ ην η Ύψωσις του Σταυρού εορτάζεται, και ούτε παράνω, ούτε παρακάτω; Bέβαια ουδείς.

Oίδα, ότι ο Aθηνών Mελέτιος εν τω α΄ τόμω της Eκκλησιαστικής Iστορίας λέγει, πως μετεμορφώθη ο Kύριος κατά την ϛ΄ του Aυγούστου, αλλ’ έπρεπε να φέρη και κανένα μάρτυρα των λόγων του, και όχι να μας λέγη αδέσποτα και αμάρτυρα. Ότι εις τα μέσα θετέον του Aπριλλίου, περιεπάτει ο Iησούς εν τη Γαλιλαία, και ότι εν τη αρχή του Mαΐου εξήλθεν από της Γαλιλαίας, και εις τας τόσας του μηνός, και την δείνα ημέραν της εβδομάδος έκαμεν εκείνο το θαύμα, και εις την δείνα το άλλο. Πράγμα οπού και Aπόστολος και μαθητής του Kυρίου να ήτον τινάς, αυτόπτης και αυτήκοος των θαυμάτων και λόγων του Kυρίου, με τόσην λεπτολογίαν και ακρίβειαν δεν εδύνετο να τα γράψη. Όθεν θαυμάζω πώς δύναται ταύτα να πιστεύση τινάς ούτως αμάρτυρα όντα και αβέβαια. Eι δε καί τινας προβάλοι το δόσιμον του διδράχμου, το οποίον αναφέρει ο Mατθαίος μετά την Mεταμόρφωσιν, ότι αυτό εδίδετο κατά τον μήνα Tισρί, ήτοι κατά τον Σεπτέμβριον, και εκ τούτου συμπεραίνει, ότι η Mεταμόρφωσις έγινεν εν τη ϛ΄ του Aυγούστου, αποκρινόμεθα, ότι ουκ ορθώς ούτος λαλεί. Eπειδή, τα μεν βασιλικά και εξωτερικά τέλη και δοσίματα, αυτά εσυνάγοντο κατά τον Σεπτέμβριον, αρχήν όντα του χρόνου πολιτικήν. Tα δε δίδραχμα, επειδή και ήτον δόσιμον ιερατικόν, ακολούθως εσυνάγοντο και κατά τον Mάρτιον, αρχήν όντα του χρόνου νομικήν, ήτοι κατά τον νόμον Mωσέως. Ότι δε το δίδραχμον ήτον ιερατικόν δόσιμον, και τοις Iερεύσιν εδίδετο, μαρτυρεί η θεία Γραφή λέγουσα· «Kαι έδωκε Mωυσής τα λύτρα των πλεοναζόντων (άπερ ήτον τα δίδραχμα) Aαρών και τοις υιοίς αυτού διά φωνής Kυρίου, ον τρόπον συνέταξε Kύριος τω Mωυσή» (Aριθ. γ΄, 51).

Eι δε και προβάλοι τινάς τον Eυαγγελιστήν Λουκάν, πώς εν τω ενάτω κεφαλαίω του κατ’ αυτόν Eυαγγελίου τάττει την Mεταμόρφωσιν, και ουχί ύστερον; Aποκρινόμεθα, ότι ο Eυαγγελιστής αυτός πρωθύστερα συνειθίζει να γράφη τα πράγματα, ήγουν τα ύστερα γράφει πρότερα. Oύτω την ύστερον γενομένην ξενοδοχίαν εν Bηθανία εν τη οικία του Φαρισαίου, ήτοι Σίμωνος του λεπρού, αυτός τίθησι προτέραν, ώς τινες κρίνουσι. (Kαι όρα σελ. 54 της νεοτυπώτου Eκατονταετηρίδος.) Oύτως ευθύς σχεδόν από την κατάβασιν του Σαρανταρίου όρους, γράφει πως εισήλθεν ο Kύριος εις την συναγωγήν και ανέστη αναγνώναι, το οποίον έγινεν εν τω δευτέρω έτει του Eυαγγελικού κηρύγματος του Kυρίου, κατά τον συγγραφέα της αυτής Eκατονταετηρίδος κύριον Eυγένιον (σελ. 45). Oύτω λοιπόν και την Mεταμόρφωσιν, οπού έπρεπε να γράψη εν τοις υστέροις κεφαλαίοις του Eυαγγελίου του, την έγραψε πρότερον.

Ήθελε δε απορήση τινάς, διατί καθ’ εκάστην εν ταις ώραις λέγεται το κοντάκιον της Mεταμορφώσεως, και όχι άλλης τινός εορτής; Λύοντες ουν την απορίαν λέγομεν, ότι επειδή και η εορτή αύτη της Mεταμορφώσεως είναι εορτή του μέλλοντος αιώνος· ώσπερ γαρ οι Aπόστολοι εώρων την δόξαν του Xριστού εν τη Mεταμορφώσει, ούτω και οι μακάριοι εν τω μέλλοντι αιώνι έχουν να βλέπουν την αυτήν δόξαν του Xριστού, καθώς υψηγορεί ο αρεοπαγίτης Διονύσιος εν κεφαλαίω πρώτω περί θείων ονομάτων· τούτου χάριν η Eκκλησία, θέλουσα να έχουν πάντοτε οι Xριστιανοί εις την μνήμην τους την δόξαν εκείνην, οπού έχουν να απολαύσουν, εδιώρισε να λέγουν καθ’ εκάστην το κοντάκιον της εορτής ταύτης, ίνα διά της συνεχούς υπομνήσεως, προς πόθον αυτούς κινήση και έρωτα της μελλούσης δόξης. Kαθώς χάριν παραδείγματος και ο αθλοθέτης, δείχνωντας τον στέφανον εις τον αθλητήν, χαροποιεί την καρδίαν του, και ενδυναμόνοι αυτόν εις το να αθλήση νομίμως και καρτερικώς, διά να κερδήση τοιούτον ωραίον και πολύτιμον στέφανον, έτζι και η του Xριστού Eκκλησία προθέττουσα και δείχνουσα εις τους αθλητάς της ευσεβείας Xριστιανούς, τον στέφανον της θείας δόξης, οπού μέλλουν να απολαύσουν, χαροποιεί αυτούς, και τους ενδυναμόνοι εις το να αθλήσουν ανδρείως, διά να αξιωθούν τοιούτου περικαλλεστάτου και ωραιοτάτου στεφάνου της ακηράτου μακαριότητος.

2. Σημείωσαι, ότι εις την εορτήν της Mεταμορφώσεως Λόγους έπλεξαν, ο Xρυσόστομος τέσσαρας. Ων του μεν ενός η αρχή εστιν αύτη· «Aμήν Aμήν λέγω υμίν, ότι εισί τινες». Tου δε ετέρου, αύτη· «Δεύτε φιλέορτοι και τήμερον». Tου δε τρίτου αύτη· «Eπειδή πολλά περί κινδύνων». Tου δε τετάρτου αύτη· «Eί τις υμίν ω θεόλεκτον άθροισμα». Iωάννης ο Δαμασκηνός, ου η αρχή· «Δεύτε πανηγυρίσωμεν σήμερον». Aνδρέας ο Kρήτης, ου η αρχή· «Όσοι τη κενώσει του λόγου». Γρηγόριος ο Παλαμάς δύω, ων του μεν ενός η αρχή εστιν αύτη· «Eπαινούμεν και ημείς και θαυμάζομεν», του δε ετέρου αύτη· «Hσαΐας ο Προφήτης, περί του Eυαγγελίου». Eφραίμ ο Σύρος, ου η αρχή· «Eκ της χώρας θέρους χαρμονή». Aναστάσιος ο Σιναΐτης λόγον εξεφώνησεν επάνω εις αυτό το Θαβώριον όρος, ου η αρχή· «Ως φοβερός ο τόπος ούτος· συνεξιστάμενος καγώ». (Σώζονται οι ανωτέρω εν τη Λαύρα, εν τω Kοινοβίω του Διονυσίου, και εν τη Mονή των Iβήρων και του Παντοκράτορος.) Nικηφόρος Xούμνος ο επί του Kανικλίου. (Σώζεται εν τη του Παντοκράτορος.) Mακάριος ο χρυσοκέφαλος, ου η αρχή· «Θεός Kύριος επ’ Όρους επέφανε». (Σώζεται εν τω τετυπωμένω βιβλίω του αυτού.) Eυρίσκονται δε εν τη Mονή του Παντοκράτορος και οκτώηχοι Kανόνες εις την Mεταμόρφωσιν, συντεθέντες υπό Mατθαίου του Kαμαριώτου. Aλλά και ο Aθανάσιος και ο Πρόκλος, και ο Aντίοχος λόγους έχουσιν εις την Mεταμόρφωσιν (παρά τη Iερά Tελετουργία τη νεοτυπώτω). Eν δε τη Λαύρα σώζεται και Λόγος Tιμοθέου Πρεσβυτέρου Aντιοχείας, ου η αρχή· «Πολλοίς και διαφόροις όπλοις». Tον δε ανωτέρω λόγον τον επιγραφόμενον του Xρυσοστόμου, ου η αρχή· «Δεύτε φιλέορτοι και τήμερον», τούτον λέγω, πολλοί θέλουσι, να ήναι πόνημα του Aγίου Πρόκλου.



Ερμηνεία της εικόνας της Μεταμόρφωσης του Κυρίου

Ερμηνεία της εικόνας της Μεταμόρφωσης του Κυρίου

Η εικόνα της Μεταμόρφωσης αποτελεί το κλειδί της ορθόδοξης θεολογίας για τη θέα του Θεού. Το φανερωμένο στους αποστόλους φως ήταν η εκδήλωση της θείας λαμπρότητας, άχρονης και άκτιστης δόξας, μια αναγνώριση των δύο φύσεων του Χριστού, της θεϊκής και της ανθρώπινης. Ταυτόχρονα ήταν μια «προτύπωσις», μια εικόνα της μεταμορφωμένης ανθρώπινης φύσης και θέωσης που χαρίζει το απολυτρωτικό έργο του Χριστού. Η Μεταμόρφωση του Χριστού στο όρος Θαβώρ είναι το αντίστοιχο της Καινής Διαθήκης στην Παλαιά, όπου ο Θεός αποκαλύπτεται στο Μωυσή στο όρος Χωρήβ.

Ήδη απ᾽ τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες έχουμε ενδείξεις ότι γιορταζόταν η Μεταμόρφωση του Χριστού, ενώ από το τέλος του 6ου αιώνα θεσπίστηκε ο εορτασμός στις 6 Αυγούστου. Από την ίδια εποχή προέρχονται και τα πρώτα παραδείγματα της εικονογραφικής τέχνης.

Το φως του Μεταμορφωθέντος Χριστού αποτελεί την κύρια έκφραση του ησυχαστικού κινήματος μέσω της θεολογίας των «Ἡσυχαστῶν Πατέρων», κατά τον 14ο αιώνα. Ο αρχηγός τους, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, διακήρυξε ότι ο Θεός ονομάζεται «Φῶς» όχι κατά την ουσία του, αλλά κατά την ενέργειά του, και ότι αυτό το «ἄκτιστο» φως μπορεί να γίνει αισθητό μέσω της προσευχής και εφόσον συντρέχουν κάποιες προϋποθέσεις (καθαρότητα καρδιάς, αδιάλειπτη μνήμη Θεού κ.λπ). Το δόγμα αυτό της Εκκλησίας είχε ως αποτέλεσμα να επέλθουν ορισμένες εικονογραφικές αλλαγές στη σύνθεση, ειδικά στην απόδοση της Δόξας του Χριστού. Έτσι η εικόνα της Μεταμόρφωσης ζωγραφίζεται όχι μόνο σύμφωνα με την περιγραφή του Ευαγγελίου – περιγράφεται απ᾽ όλους τους Ευαγγελιστές, Ματθ. 17: 1-9, Μαρκ. 9: 2-13, Λουκ. 9:28-36, με εξαίρεση τον Ιωάννη-, αλλά και σύμφωνα με το πνεύμα του. Ένεκα της βαθιάς δογματικής σημασίας του γεγονότος, το εικονογραφικό θέμα έχει υποστεί ελάχιστες τροποποιήσεις στο διάβα των αιώνων. Η παράσταση αυτή υπήρξε όχι μονο για τους θεολόγους αλλά και για τους τεχνίτες εικονογράφους η αφορμή για να δώσουν εκτεταμένα σχόλια σχετικά με το πως θα έπρεπε να αποδοθεί το άκτιστο φως με υλικά πεπερασμένα μέσα. Πρόκειται για το σημείο όπου συναντιούνται η θεολογία της εικόνας με την ησυχαστική θεολογία και τη θέα του θείου και ακτίστου φωτός.

Στην εικόνα της Μεταμόρφωσης προβάλλεται μια θεληματική αντίθεση, καταπληκτική στον πιο ψηλό βαθμό. Η σύνθεση αντιτάσσει το Χριστό ακινητοποιημένο στην υπέροχη ειρήνη και θεία δόξα που απορρέει από αυτόν, λούζει με θείο μεγαλείο τις μορφές του Μωυσή και του Ηλία που κλίνουν προς τον Κύριο και σχηματίζουν τον τέλειο κύκλο του υπερπέραν, και χαμηλά αντιπαραθέτει το ζωηρό δυναμισμό των αποστόλων - ακόμη εντελώς ανθρώπων – προ της Αποκάλυψης που τους ανατρέπει και τους καταγκρεμίζει.

Ψηλά στο μέσο της εικόνας, πάνω στη μεσαία απ᾽ τις τρεις κορυφές του όρους Θαβώρ της Γαλιλαίας παρουσιάζεται ο Μεταμορφωμένος Χριστός· με το ένα χέρι ευλογεί και με το άλλο κρατεί κλειστό ειλητάριο, όπου αναγράφεται ο Νόμος του. Φοράει λευκό χιτώνα και ιμάτιο και είναι πλημμυρισμένος με φως μέσα στη μετέωρη Δόξα του - αφού το φως είναι το πρώτο ιδίωμα του Θεού (Ψαλ. 27:1, Ησ. 60:19-20 και 42:6) – καθώς ανιστορεί το θαύμα της αποκαλυπτικής θεοφάνειάς του. Ο Μάρκος περιγράφει τη σκηνή ως εξής: «καί μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν, καί τά ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο στίλβοντα, λευκά λίαν ὡς χιών, οἷα γναφεύς ἐπί γῆς οὐ δύναται οὕτω λευκᾶναι» (9:2-3).

Το άκτιστο φως αποδίδεται στην εικόνα μέσα από συμβολικά σχήματα και χρώματα από τα οποία περιβάλλεται ο Χριστός. Οι δύο ομόκεντροι κύκλοι συμβολίζουν την παρουσία των δύο άλλων προσώπων της Αγίας Τριάδος, ολότητα από σφαίρες του δημιουργημένου σύμπαντος. Ο κύκλος είναι εικονογραφικά το τελειότερο σχήμα και συμβολίζει την αέναη διάρκεια, το θεϊκό. Ο Χριστός – το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος – κατά τη στιγμή της Μεταμόρφωσής του περιβάλλεται από τα εξής τρία σύμβολα του φωτός: τις ακτίνες που σχηματίζουν ένα ελλειψοειδές τετράγωνο, τις χρυσές γραμμές (assisto), το φωτοστέφανο γύρω απ᾽ το κεφάλι του και τη λευκή ενδυμασία. Οι ακτίνες που εκφεύγουν απ᾽ το σώμα του υποδηλώνουν τον ήλιο, οι χρυσές γραμμές τη μετάδοση της θείας ζωής, το φωτοστέφανο υπενθυμίζει την ηλιακή σφαίρα, σύμβολο του ιερού και της πνευματικής ενέργειας που ακτινοβολεί, και η λευκότητα των ενδυμάτων την καθαρότητα και αφθαρσία. Θεολογικά, το Θαβώριο αυτό φως κάνει την εικόνα εικονογραφική απόδειξη της θεϊκής ύπαρξης.

Η λαμπρότητα που διακρίνει το Χριστό και τα «λευκά ὡς τό φῶς» (Ματθ. 17: 2) ενδύματά του που έστιλβαν, άστραφταν και αντανακλούσαν μαρμαρυγές θείου μεγαλείου είναι αυτό που τονίζεται σε όλες τις περιγραφές των αποστόλων. Το λευκό σαν σύμβολο του φωτός έχει την ιδιότητα να διαχέεται διασχίζοντας το χώρο· αντιπροσωπεύει έτσι το άχρονο. Δηλώνει την αθωότητα της ψυχής, την αγνότητα, την αγιότητα της ζωής, τη χαρά, την παρθενία, την πίστη και τη δόξα. Σχετικές αναφορές γίνονται και στην Αγία Γραφή: «πλυνεῖς με, καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι» (Ψαλμ. 50:9). Λευκά ενδύματα φοράει και ο νεοβαπτιζόμενος ως ένδειξη της γέννησής του στην αληθινή ζωή. Το λευκό γίνεται πλέον το χρώμα της Αποκάλυψης, της Θεοφάνειας, της χάρης, όπως αναφέρει και ο Ιωάννης «ὁ Θεός φῶς ἐστιν» (Α’ Επιστ. 1:5).

Ο Χριστός εικονίζεται με σταυροφόρο φωτοστέφανο που φέρει στις κεραίες του τα γράμματα «Ο Ω Ν» και σημαίνει «ὁ ὑπάρχων, ὁ παρών». Υπενθυμίζει έτσι ότι αυτός είναι η αυθεντική «εἰκόνα» και ομοούσιος του Πατέρα. Ο Θεός αποκαλύπτεται στο Μωυσή στο όρος Χωρήβ λέγοντάς του: «Ἐγώ εἰμί ο Ὤν» (Εξοδ. 3:14). Αυτό ακριβώς αποτυπώνεται πάνω στο φωτοστέφανο του Χριστού ως ομοούσιου με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα. Το σχήμα του σταυρού μέσα στο φωτοστέφανο αποδίδει το γεγονός της απολύτρωσης μέσω του Σταυρού.

Μέσα στη θεία του Δόξα ο Χριστός ευλογεί έχοντας στραμμένο το πρόσωπο στο θεατή – προς τον οποίο άλλωστε απευθύνεται. Η χειρονομία ευλογίας με τα δύο δάχτυλα υψωμένα (δείχτης και μεσαίος) και τα τρία άλλα ενωμένα κάνει αναφορά στις δύο φύσεις του, τη θεϊκή και την ανθρώπινη, και στα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος αντίστοιχα. Στην κάθοδο απ᾽ το Θαβώρ ο Χρστός ευλογεί με διάφορετικό τρόπο· φέρει σε επαφή τον αντίχειρα με τον παράμεσο και έχει υψωμένα τα υπόλοιπα τρία δάχτυλα. Με τον τρόπο αυτό δηλώνονται πάλι οι δύο φύσεις και τρεις υποστάσεις, αλλά ταυτόχρονα με τη θέση τους τα δάχτυλα σχηματίζουν και το ελληνικό μονόγραμμα IC XC, που επιγράφεται ως τίτλος σε όλες τις Ορθόδοξες εικόνες του Χριστού, ακόμα και στη Ρωσία.

Στη «τρίκορφη σύνθεση», όπως περιγράφεται το τοπίο από το Διονύσιο εκ Φουρνά, ο Χριστός πλαισιώνεται από τις όρθιες μορφές του προφήτη Ηλία αριστερά και του Μωυσή που κρατά τις πλάκες με το Νόμο του Θεού δεξιά. Αυτοί παρουσιάζονται ως τα πρότυπα των αποστόλων, γιατί σ᾽ αυτούς έχει αποκαλυφθεί ο Θεός· στο μεν Ηλία στο όρος Κάρμηλος, στο δε Μωυσή στο όρος Σινά. Το βουνό είναι εξάλλου στη χριστιανική παράδοση ο τόπος όπου συναντάται ο ουρανός με τη γη, και η ανάβαση στο βουνό έχει μεταφορική έννοια, καθώς νοείται ως η ανάβαση στις βαθμίδες της αγιότητας. Οι δύο προφήτες - απ᾽ τις μεγαλύτερες μορφές της Π. Διαθήκης – φέρονται να συνομιλούν με το Χριστό: «ἔλεγον τήν ἔξοδον αὐτοῦ ἥν ἔμελλε πληροῦν ἐν Ἱερουσαλήμ» (Λουκ. 9:31). Ο Χριστός για να μην παρασύρει τους μαθητές σε πειρασμό με τη σκληρή δοκιμασία του σταυρού, αλλά να τους προετοιμάσει και να τους καταστήσει δυνατούς πνευματικά, εμφανίζεται μέσα στη λάμψη της θείας δόξας του. Ο Μωυσής και ο Ηλίας παρασταίνονται με στερεότερο και περισσότερο γήινο παράστημα απ᾽ ότι ο Σωτήρας, και συμβολίζουν αντίστοιχα το Νόμο της Π. Διαθήκης και τους προφήτες· επίσης συμβολίζουν τους νεκρούς (ο Μωυσής) και τους ζωντανούς (ο Ηλίας που μετέστη στον ουρανό πάνω σε ένα πύρινο άρμα). Ο Χριστός τους υπενθυμίζει ότι αυτός είναι εκείνος που έφερε σε επαφή το Νόμο του Μωυσή με τις Παλαιοδιαθηκές ρήσεις των προφητών – που εδώ αντιπροσωπεύονται απ᾽ τον Ηλία – και δηλώνει την υπεροχή του απέναντι σ᾽ αυτές τις Γραφές μέσω της μαρτυρίας του Πατέρα, «οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου...».

Σε αντιπαράθεση με τους δύο προφήτες που στέκονται ακίνητοι οι τρεις απόστολοι κάτω από τα πόδια του Χριστού, έντρομοι με όσα συμβαίνουν, απεικονίζονται πεσμένοι πρηνείς. Τυφλωμένοι από τη Θεοφάνεια, τη θεϊκή ενέργεια, αποδίδονται σε στάσεις έντονης κατάπληξης και διακατέχονται από μεγάλη ταραχή και αναστάτωση, εικονογραφώντας τη μαρτυρία του Ματθαίου: «Καί ἀκούσαντες οἱ μαθηταί ἔπεσον ἐπί πρόσωπον αὐτῶν καί ἐφοβήθησαν σφόδρα» (17:6). Στην Αγία Γραφή έχουμε ακόμα ένα παράδειγμα όπου ο άνθρωπος αδυνατεί να αντικρίσει τη θεϊκή παρουσία: το πρόσωπο του Μωυσή μετά την κάθοδό του από το Σινά ακτνοβολούσε το θείο φως, ώστε ο λαός των Ισραηλιτών δεν μπορούσε να τον αντικρίσει (Έξοδ. 34, 27-37).

Η ενέργεια του φωτός της θεϊκής φύσης του Χριστού μεταμορφώνει σε φως τους αποστόλους που έχουν χάσει κάθε δυνατή ανθρώπινη ισορροπία. Πραγματικά οι απόστολοι Πέτρος, Ιάκωβος και Ιωάννης εκλέγονται για τη ζωντάνια τους ως «ἐπόπται γενηθέντες τῆς ἐκείνου μεγαλειότητος… σύν αὐτῷ ὄντες ἐν τῷ ὄρει τῷ ἁγίῳ» (Β’ Πετρ. 1:16-18). Ο επιδέξιος τρόπος που αποδίδονται οι στάσεις των αποστόλων με τις τρομαγμένες εκφράσεις τους δημιουργεί μια δραματική εντύπωση σε σύγκριση με την ήρεμη μεγαλοπρέπεια και «άχρονη» στάση των μορφών που απεικονίζονται στο πάνω μέρος της σκηνής. Αν η ακινησία εκφράζει την ειρήνη του Θεού και την υπεράνθρωπη ζωή, η κινητικότητα αντίθετα μαρτυρεί την ατέλεια της πνευματικής ζωής, δηλαδή την αμαρτωλή κατάσταση του ανθρώπου. Άλλωστε η ίδια η έννοια της κίνησης και ταραχής ανήκει στο γήινο κόσμο, την κατώτερη επικράτεια και όχι στην ουράνια πολιτεία.

Οι ύμνοι που ακούγονται στις 6 Αυγούστου, την ημέρα που γιορτάζεται η Μεταμόρφωση τονίζουν ότι η θεϊκή δόξα φανερώνεται στους αποστόλους ανάλογα με τη δυνατότητα και το μέτρο δεκτικότητας του καθενός να τη δεχτεί. Οι στάσεις τους συμβολίζουν τους διαφορετικούς τρόπους που οι άνθρωποι αντιδρούν μπροστά στη θεία αποκάλυψη. Έτσι ο Ιωάννης , ο μικρότερος απ᾽ αυτούς, στη μέση, και ο Ιάκωβος δεξιά με το πράσινο ένδυμα πετιούνται στο έδαφος κρατώντας το πρόσωπό τους, μη μπορώντας να αντικρίσουν τη θεϊκή ακτινοβολία, ενώ ο Πέτρος αριστερά, ο μεγαλύτερος, κρατάει μεν με το αριστερό χέρι το πρόσωπό του, το έχει όμως στραμμένο προς τα επάνω. Ταυτόχρονα με αυτό τον τρόπο αποδίδεται και σεβασμός στο συμβολισμό των ηλικιών. Η «θέα Θεοῦ» θεωρούνταν από τους πιστούς Ιουδαίους και χριστιανούς ως η ήψιστη εμπειρία και αρετή που θα μπορούσε να γνωρίσει ο άνθρωπος: «Ἐμφάνισόν μοι σεαυτόν», είπε ο Μωυσής στο Θεό (Εξοδ. 33:18). Η εμπειρία όμως αυτή φαίνεται και σαν κάτι το ακατόρθωτο: «Θεόν οὐδείς ἑώρακε πώποτε», γράφει ο Ιωάννης στο Ευαγγέλιό του (Ιωάν. 1:18). Εδώ στο Θαβώρ οι τρεις μαθητές γίνονται αδιάψευτοι μάρτυρες μιας στιγμιαίας εμφάνισης της θεϊκής δόξης: «θεασάμεθα τήν δόξαν αὐτοῦ» (Ιωάν. 1:14). Ο λόγος δεν ήταν τυχαίος: παραβρέθηκαν (σύμφωνα με το ιδιόμελο στιχηρό του εσπερινού της εορτής) στο λαμπρό εκείνο γεγονός, «ἵνα θεωρήσαντες τά θαυμάσια» του Ιησού «μή δειλιάσωσι τά παθήματα» αυτού αργότερα με τη σταύρωση. Άλλωστε ένας άλλος σκοπός της Μεταμόρφωσης του Χριστού ήταν και η προαγγελία «τῆς Ἀναστάσεως».

Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς λέγει για τους τρεις μαθητές, μάρτυρες της σκηνής: «Οὐκοῦν οὐδέ τό φῶς ἐκεῖνο αἰσθητόν, οὐδέ οἱ ὁρῶντες αἰσθητικοῖς ἁπλῶς ὀφθαλμοῖς, ἀλλά μετασκευασθεῖσι τῇ δυνάμει τοῦ θείου Πνεύματος» (Migne P.G. 151, 433Β). Πιο κάτω λέει πάλι: Αυτός που θεωρεί το θείο φως, θεωρεί το μυστήριο του Θεού. Αυτό το υπερπηδημένο κατώφλι είναι η «ὑποστατική ὡραιότητα», ο θείος Μυσταγωγός, το Άγιο Πνεύμα. Να γιατί ο Μέγας Βασίλειος είπε ότι το φως που έλαμψε στο Θαβώρ κατά τη Μεταμόρφωση του Χριστού αποτελεί το προοίμιο της δόξας του κατά τη Δευτέρα Παρουσία.

Όταν ο Πέτρος είδε το Χριστό σε πλήρη δόξα και τους δύο προφήτες να στέκουν πλάι του, πρότεινε: «Ἐπιστάτα, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι· καί ποιήσωμεν σκηνάς τρεῖς, μίαν σοί καί μίαν Μωυσεῖ καί μίαν Ἠλίᾳ». Καθώς μιλούσε, «...ἐγένετο νεφέλῃ καί ἐπεσκίασεν αὐτούς...καί φωνή ἐγένετο ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα· Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός· αὐτοῦ ἀκούετε» (Λουκ. 9:33-35). Αποκαλύπτεται έτσι ο Πατέρας «ἐν φωνῇ» και το Άγιο Πνεύμα «ἐν νεφέλῃ». Ο Πατήρ μαρτυρεί για τη θεία γενεαλογία του Ιησού, για να καταλάβουν αργότερα οι μαθητές ότι το πάθος του ήταν εκούσιο: «Νῦν ἐδοξάσθη ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου, καί ὁ Θεός ἐδοξάσθη ἐν αὐτῷ» (Ιωάν. 13:31). Ταυτόχρονα η Μεταμόρφωση του «ἀναβαλλομένου τό φῶς ὡς ἱμάτιον» Σωτήρα αποκαλύπτει το πρόσωπο του Χριστού, του αγαπημένου και υπερβατικού Υιού, που κατέχει την ίδια δόξα με τον Πατέρα· παράλληλα θυμίζει ότι ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος «κατ᾽ εἰκόνα» Θεού.

Η εικόνα του αγιογράφου του δωδεκαόρτου της μονής Διονυσίου αποτελεί τη μοναδική εικονογραφική παραλλαγή του θέματος της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα. Ο τεχνίτης εικονογράφος ακολουθώντας επακριβώς τις ευαγγελικές διηγήσεις συμπεριλαμβάνει στη σύνθεσή του δίπλα στο κεντρικό θέμα τις σκηνές της ανόδου και καθόδου στο όρος Θαβώρ. Αριστερά βλέπουμε το Χριστό να προπορεύεται έχοντας στραμμένο το κεφάλι προς τους τρεις μαθητές και το αριστερό χέρι υψωμένο σε χειρονομία λόγου· στο δεξί χέρι κρατεί το θείο Νόμο. Φαίνεται να προετοιμάζει τους μαθητές για τη μοναδική εμπειρία που πρόκειται βιώσουν. Σκοπός του δεν είναι να τους εκπλήξει με τη Μεταμόρφωσή του, αλλά να τους αποκαλύψει τη θεϊκή του δόξα. Μετά το ουράνιο όραμα κατέρχονται από την άλλη πλευρά του βουνού· οι μαθητές στρέφουν ανήσυχοι το βλέμμα προς τον Κύριό τους που τους καθησυχάζει ευλογώντας τους. Ταυτόχρονα τους λέγει: «Μηδενί εἴπητε τό ὅραμα, ἕως οὗ ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ» (Ματθ. 17:9).

Η παραλλαγή αυτή συνηθίζεται ιδιαίτερα σε τοιχογραφίες, αλλά απαντάται κάποτε και σε φορητές εικόνες. Το γεγονός αυτό, να προστίθενται δηλαδή γύρω από μια κεντρική σκηνή διάφορα δευτερεύοντα επεισόδια, έχει στην αγιογραφική τέχνη καθαρά βυζαντινή προέλευση. Το βαθύτερο νόημα αυτής της πράξης απορρέει από τη σκέψη ότι πάνω στη «θεϊκή» επιφάνεια –εικόνα-, το διαρκές και αιώνιο παρόν λαμβάνει ταυτόχρονα χώρα, κάτι που σε μια «κοσμική» επιφάνεια-ζωγραφικός πίνακας- παρουσιάζεται ως μια αλληλουχία γεγονότων.

Στο παρελθόν κάθε αγιογράφος άρχιζε τη «θεία τέχνη» του με την εικόνα της Μεταμόρφωσης. Εδώ η παράδοση πίστευε ότι η σκηνή αγιογραφείται όχι τόσο με τα χρώματα του τεχνίτη, αλλά με το ίδιο το Θαβώριο Φως. Η οδηγός παρουσία του Αγίου Πνεύματος εκδηλώνεται στη φωτεινότητα και λάμψη της όλης σύνθεσης και αφαιρεί κάθε πιθανή κατευθυντική πηγή φωτός.

Το μήνυμα που εκπέμπει στους πιστούς η εικόνα είναι ότι αφού με το βάπτισμα έχουν γίνει μέτοχοι στο μυστήριο της Ανάστασης (που προεικονίζει η Μεταμόρφωση), καλούνται τώρα να μεταμορφώνονται ολοένα και περισσότερο με τη χάρη του Κυρίου (Β’ Κορινθ. 3:18).


Το Όρος Θαβώρ (Μεταμόρφωση Σωτηρος).mp4

Απολυτίκιο της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος - 6 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2013

Δεκαπενταύγουστος: Το Πάσχα του καλοκαιριού.




Είναι χιλιοειπωμένο και μυριογραμμένο ότι,η γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ονομάζεται και ''Πάσχα του καλοκαιριού''. Γιατί όμως; έχει σιγουρα τις ομοιότητες της με αυτό που ζήσαμε προ μηνών.
Πάσχα σημαίνει (ως γνωστό) πέρασμα. Είναι δηλαδή η γιορτή, άλλη μια ευκαιρία να ανανεώσουμε τις πνευματικές μας δυνάμεις, ώστε να τολμήσουμε την φυγή μας απο τα μίζερα και χαμερπή και να καταφύγουμε στα χαρούμενα και αισιόδοξα. Χωρίς αυτό να φέρει τον ωχαδελφισμό, την παραίτηση, την μοιρολατρεία η την απογοήτευση.

Δεν είμαστε οι χαζοχαρούμενοι της κοινωνίας, αλλά οι ελπιδοφόροι της Εκκλησίας. Ποιές είναι οι ομοιότητες των δύο περασμάτων;
Και τα δύο έχουν ανάλογη νηστεία, ως μέσον εγκράτειας και ποτέ ως βασανιστήριο και αφορμή να καταστήσουμε πεινασμένους τους χριστιανούς.Το μέτρο στα φαγητά, θα είναι αφορμή να βάλουμε μέτρο, μέχρι εκμηδενισμού,στις αστοχίες, μας και στις αδυναμιές μας,μία απ΄αυτές μπορεί να είναι και το φαγητό,πρώτα ως ποσότητα και ύστερα ως ποιότητα.
Ύστερα έχει πλούσια υμνολογία, όπως και η Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Οι παρακλητικοί κανόνες,ο μικρός και ο μεγάλος, δεν είναι απλά θαυμάσια μελωδήματα πλούσιων νοημάτων, αλλά η εγκάρδια και πολυστάρακτη προσευχή των χριστιανών, ιδίως εκείνων που τα κύματα της ζωής τους χτυπούν ανελέητα και βασανιστικά.
Αποκορύφωμα της περιόδου που αρχίζει την 1η Αυγούστου είναι η 15η. Είναι τότε που θα ψάλουμε και τα Εγκώμια, σαν μια άλλη Μεγάλη Παρασκευή. Είναι ο επιτάφιος θρήνος για την Θεοτόκο, από τα παιδιά Της, επειδή φαίνεται ότι Την χάνουν.
Ο Κύριος θα διαψεύσει όλους,και θα τους χαροποιήσει ταυτόχρονα. Θα παραλάβει την ψυχή Της και το Σώμα Της θα μεταστεί στον ουρανό -κατά την εκκλησιαστική διδασκαλία και γραμματεία-. Υπάρχει ζώσα και πρεσβέυουσα για όλους μας.
Επιπλέον η γιορτή έχει απόδοση -τέλος, σε εννέα ημέρες όμως. Είναι η ημέρα που έχει τα ίσα με την κυριώνυμο εορτή, όπως συμβαίνει με την Ανάσταση του Κυρίου.
Υπάρχει και μία αντίθεση στις δύο γιορτές,πάσχα της άνοιξης και πάσχα του καλοκαιριού, Στην μεν πρώτη περίπτωση μία θεομητορική γιορτή κάνει το ποικιλόμορφο διαλειμμά της όλης κατανυκτικής περιόδου, ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, ενώ στο Πάσχα που θα ζήσουμε από αύριο έρχεται η δεσποτική εορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, ως στάση για υπόμνηση, ότι όλων τελικός στόχος και σκοπός ζωής είναι η μεταμόρφωση όλων, από το καλό στο καλύτερο,με τελος το άριστο, την Βασιλεία Του.
Δεν είναι η Σώτειρά μας,μόνο ο Ιησούς σώζει. Σίγουρα είναι εκείνη που πρεσβεύει προσευχητικά για την σωτηρία μας. Στην πλούσια υμνολογία των ημερών έχει Εκείνη σπουδαία θέση,ως απαντήσεις στα θαύματα και ως άλλες μία αποδείξεις ότι ζει. Οι άλλοι θα βρίσκονται στην πλάνη της μαριολατρείας, η της διαστρεύλωσης, μέχρι απόρριψης.
Δεν είναι το τέλος της ζωής μας, αλλά μας βοηθά έμπρακτα στο ποθητό και σωτήριο πέρασμά μας. Μας χειραγωγεί με τις δεήσεις Της ενώπιον του Κυρίου μας, προκειμένου να συγχωρεθούμε και να λυτρωθούμε.
Μας υπενθυμίζει με την Κοιμησή Της ότι, εκεί που φαίνεται οτι υπάρχει και μας περιμένει ένα τέλος, στήν ουσία βιώνουμε μια αρχή, χαρμόσυνη και αιώνια.
Καλό δεκαπενταύγουστο λοιπόν, καλή Παναγιά!

Απολυτίκιο Αγ. Δαλματίου, Ισαακίου - 3 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ